Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Του Αιγαίου χρώματα

Ήρθε το καλοκαιράκι. Και βγήκε ο ήλιος, μ’ όλη του την ζέση, για να ξυπνήσει τις ανθρώπινες καρδιές. Κι αυτές άνοιξαν, σαν τους ώριμους καρπούς που σκάνε στα χωράφια.

Και φόρεσε η Μυρσίνη της χαράς τα χρώματα τα γιορτινά και χύθηκε ξυπόλητη στο ακρογιάλι, πάνω σε βότσαλα καυτά, στρογγυλεμένα απ’ την αλμύρα. Και τα μακριά μαλλιά της ανέμιζαν ανέμελα, καθώς τα χάιδευε το παιχνιδιάρικο το μελτεμάκι. Και κάθε τόσο τιναζόταν σύγκορμη και τέντωνε τα χέρια, σε ένα κάλεσμα αυθόρμητο, σχεδόν παιδιάστικο.


Κι άλλες κοπέλες έσκασαν μύτη τότε απ’ τις αυλές και σαν χείμαρρος ρίχτηκαν στο κατόπι της, με μια λαχτάρα προσδοκίας να πλημμυρίζει τον αέρα. Γιατί υπάρχει κάτι που βγαίνει, βαθιά, μέσα από τη γυναίκα και που κανείς, ποτέ του, δεν κατάφερε να το καταλάβει, όσο κι αν προσπάθησε. Και δεν είναι φωνή ή μουρμούρισμα έστω, μα μήτε και ανάσα. Είναι κάτι σαν αύρα. Σαν χορός ψυχής. Κάλεσμα είναι μυστικό, ερωτικό. Και μεταφέρθηκε το μήνυμα από το παιχνιδιάρικο το μελτεμάκι. Και πετάχτηκαν όρθια τα παλικάρια απ’ το καφενείο Το Γιούσουρι, στον μόλο. Και οι ψάθινες καρέκλες και τα ξύλινα τραπέζια απέμειναν εγκαταλειμμένα, μα όχι παραπονεμένα, να τους παρακολουθούν να ξεμακραίνουν στο βάθος. Ως εκεί κάτω στο ακρογιάλι, για το αντάμωμα. Κι ύστερα, όλοι μαζί, αγόρια και κορίτσια, να πιάνουν τον χορό και το τραγούδι, πιασμένοι χέρι χέρι...

Καμάρωνε τα νιάτα ο καπετάν Νικόλας, γερμένος σ’ ένα ξύλινο τραπέζι, ρουφώντας την ρακή του. Παλιός ναυτικός, τώρα είχε το καφενείο Το Γιούσουρι, στον μόλο. Όχι ότι είχε ανάγκη να δουλεύει ως αυτή την ηλικία. Απλά, δεν μπορούσε να αποχωριστεί, ούτε για μια στιγμή, την θάλασσα, την μεγάλη αγαπημένη του. Και εγώ, αντίκρυ του καθισμένος, ν’ ακούω ένα σωρό ιστορίες για τότε που ήταν ναυτικός. Για τα ταξίδια που’ χε κάνει και για τους τόπους που ‘χε δει. 

Η παρέα των παιδιών είχε χαθεί πια πίσω απ’ τους βράχους κι ο καπετάν Νικόλας απέμεινε να κοιτάζει πέρα μακριά, την γραμμή του ορίζοντα. Αφού ήπιε ακόμη μια γουλιά ρακή, συνέχισε την διήγησή του από εκεί που είχε σταματήσει, όταν τον διέκοψαν οι χαρούμενες φωνές.

Συνάντησα χώρες στα ταξίδια μου, μου είπε, απέραντες. Με τεράστιες, εύφορες πεδιάδες. Πλούσιες. Καμιά τους όμως δεν είχε ήλιο, που να λάμπει τόσο γλυκά. Τόσο γαλάζια θάλασσα και τόσο παιχνιδιάρα. Μα δεν την βλέπεις πόσα παιχνίδια με την ακτή σκαρώνει. Να, εκεί χαϊδεύει τρυφερά μια αμμουδερή παραλία. Πιο πέρα, ανήσυχη, σκάβει αλμυρά, άγρια βράχια. Άλλες φορές πάλι, σαν έχει τρικυμία, ατίθαση χορεύει. Κι όταν νυχτώνει και η φύση γαληνεύει, αυτή μονάχα, τότε τραγουδάει. Και το τραγούδι της, λένε, πως κρύβει μέσα του και όλα τα τραγούδια των ναυτικών που την αγάπησαν. Και λένε και κάτι άλλο. Πως τις ώρες αυτές, τις μυστικές, πλανεύτρα γόησσα αυτή, κι άλλα παιδιά, αμούστακα ακόμη, μ’ αυτό τον τρόπο παλεύει να κερδίσει. Να γίνουν κι αυτοί, με την σειρά τους, ναυτικοί. Για να την κατακτήσουν και να τους κατακτήσει...

Μ’ ευγένεια σταμάτησε, καθώς απ’ τις κινήσεις μου κατάλαβε, πως είχε φτάσει η ώρα που έπρεπε να φύγω. Σηκώθηκα απ’ την καρέκλα, μ’ αργές κινήσεις κι απρόθυμα, είναι αλήθεια. Η διήγηση αυτού του ανθρώπου με είχε συνεπάρει. Σαν να το κατάλαβε, αποχαιρετώντας με, μου έβαλε στο χέρι ένα μικρό βιβλίο. Εδώ μέσα έχει πολλή θάλασσα, θα δεις, φρόντισε να με καθησυχάσει. Είναι μαρτυρίες παλιών, ντόπιων ναυτικών. Μη έχοντας τίποτε άλλο για αντιχάρισμα, του έβαλα στο χέρι το κομπολόι μου από φίλντισι. Καθώς σφίξαμε τα χέρια, οι τελευταίες λέξεις ειπώθηκαν ταυτόχρονα κι απ’ τους δυο μας: καλό καλοκαίρι και καλή αντάμωση.

(Κ. Μπούζας: ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑΤΑ,2008)

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Λόγια του αέρα (Ευθυμογράφημα με παροιμίες)

Καθισμένος στο μικρό καφέ της παραλίας απολάμβανε μια παγωμένη μπύρα και ως γνήσιος αεροβάμων, πάντα αφηρημένος, τι άλλο, αεροβατούσε. Στην ευχάριστη διάθεσή του συνέβαλλε και το δροσερό αεράκι που φυσούσε την ώρα εκείνη απ’ τη μεριά της θάλασσας. 

Ξαφνικά αντιλήφθηκε δίπλα του να περνάει μια αέρινη παρουσία. Όπου φυσάει ο άνεμος πάω, σκέφτηκε σαν πραγματικό ανεμοδούρι που ήταν και στη στιγμή τινάχτηκε όρθιος κι έτοιμος για επίθεση. Αέρα, έδωσε στον εαυτό του το παράγγελμα. Πιο γρήγορος κι απ’ τον άνεμο, δεν άργησε να βρεθεί δίπλα της. Ζαλίστηκε. Το άρωμά της του θύμιζε κάτι απ’ την δροσερή αύρα της ώρας εκείνης, που ερχόταν απ’ την θάλασσα.

Της μιλούσε ακατάπαυστα, σχεδόν τρέχοντας δίπλα της, χωρίς όμως καμιά ανταπόκριση απ’ τη μεριά της. Ήταν σα να ‘παιρνε τα λόγια του ο άνεμος. Ο ίδιος του έφερνε και την απάντηση: Λόγια του αέρα. Αέρας κοπανιστός, σκεφτόταν κι αυτή σαν πιο προσγειωμένη που ήταν και συνέχιζε να βαδίζει όλο και πιο γρήγορα, στρίβοντας το κεφάλι της αλλού.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και κουράστηκε να την κυνηγάει. Άει στον άνεμο, σκέφτηκε. Δεν βαριέσαι, ανεμομαζώματα… Εξ’ άλλου, αέρας και γυναίκα δεν πιάνονται. Παρ’ όλα αυτά δεν άργησε να φτιάξει το κέφι του. Ξαναγύρισε στο τραπεζάκι του, στο μικρό καφέ, φιλοσοφώντας για όσα παίρνει ο άνεμος. Στο τέλος, με στωϊκή διάθεση και παίρνοντας ύφος περισπούδαστο, κατέληξε: Άνεμος που δεν σε βλάπτει άφησε τον να φυσά.

(Κ. Μπούζας: ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ, 2009)

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Η Στολισμένη Μέρα

Τον περιμένουν όλοι σαν τον καλύτερο μήνα του χρόνου. Γι’ αυτό τον είπαν και Καλομηνά και Πράσινο. Στην Μακεδονία, Κερασάρη απ’ τα φημισμένα κεράσια της εποχής και στην Ήπειρο Λούλουδο. Στην Κάλυμνο, Θερισμό και στην Κύπρο, Πεντεφά, λόγω της μεγάλης διάρκειας της ημέρας. Δεν είναι άλλος από τον Μάιο, που οφείλει το όνομά του στη θεά Μαία, μητέρα του Ερμή, σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία.

Από την αρχαία εποχή, ο μήνας αυτός εθεωρείτο σύμβολο της άνοιξης και της νεότητας και ήταν προστατευόμενος από τον Απόλλωνα, τον οποίο προσωποποιούσαν με έναν άντρα στο μεταίχμιο δύο ηλικιών, που φορούσε στο κεφάλι του κάνιστρο με λουλούδια.

Επίσης την εποχή αυτή, ανεβαίνει ο Ευάνθης Διόνυσος από τον Άδη, όπου τον έριξε σκοτωμένο ο Περσέας. Πατά τον θάνατο και η ανάστασή του την φύση ανασταίνει. Και οι συστάδες καρποφόρων δέντρων, βγάζουν τους πρώτους ανθούς και γίνονται οι πρώτες ορχήστρες της ζωής.

Στις 16 Μουνυχιώνος, που αντιστοιχεί στην πρώτη μέρα του Μάη, γιορτάζονταν στον Πειραιά τα Μουνύχια, προς τιμήν της Μουνυχίας Αρτέμιδος, με πομπές στον ιερό λόφο της Μουνυχίας, την σημερινή Καστέλλα, όπου πρόσφεραν γλυκίσματα στην θεά και τελούσαν νεανικούς αγώνες. Επίσης γιορτάζονταν τα Βαυρώνεια, προς τιμήν της Βαυρωνείας Αρτέμιδος. Οι Ρωμαίοι αργότερα, την ημέρα αυτή γιόρταζαν τα γενέθλια της θεάς Μαίας.

Και κατά τον Μεσαίωνα όμως, η συγκεκριμένη μέρα συνέχισε να θεωρείται σημαντική. Οι νέοι προσέφεραν τότε στην αγαπημένη τους πλεγμένο στεφάνι από κερασιά, το ξύλο της οποίας λεγόταν και μαγιόξυλο. Και στην Κωνσταντινούπολη όλος ο λαός μαζευόταν στο στάδιο και υποδεχόταν τον Αυτοκράτορα που έφτανε με ύμνους της Άνοιξης.

Η Πρωτομαγιά συνέχισε να είναι και στη νεώτερη εποχή η μέρα της φύσης, η γιορτινή. Και τα λουλούδια, άξιοι πρεσβευτές της, στεφάνια χιλιάδες φτιάχνουνε, τους μάηδες. Εφτά ειδών λουλούδια η παράδοση το θέλει τα μαγιοστέφανα να στολίζουν.

Τριαντάφυλλα, βιολέτες, γεράνια, γαρύφαλλα, μαργαρίτες, ανεμώνες και υάκινθοι. Ανάμεσά τους τοποθετημένα και αγκάθια και φύλλα μαύρης συκιάς για τους εχθρούς, στάχυα, κλωνιά ροδιάς και μυγδαλιάς για την ευφορία, μα και σκόρδα για την βασκανία.

Κι έπειτα τα αγόρια, τα μαγιόπουλα, προσφέρουν τα στεφάνια στις μαγιοπούλες, τα κορίτσια, σημάδι έρωτα αιώνιο. Και στις εξώπορτες αφού νυχτώσει τα κρεμάνε, για ευτυχία και χαρά, μέχρι που τελικά ξεκρεμιούνται παραμονή του Άη Γιάννη του Κλήδονα, για να καούνε στις φωτιές.

Μια τέτοια μέρα βέβαια, από κοντά και τα τραγούδια κι οι κιθάρες. Κι οι κάπως μεγαλύτεροι θυμούνται αυτά που άκουγαν απ’ τους παππούδες τους, για τις γιορταστικές παρέες που κατευθύνονταν, εν χορώ, στους ανθόκηπους, στα άλση και τους αγρούς για να «πιάσουν τον Μάη».

Ξακουστά έχουν μείνει τα μαγιάτικα πανηγύρια που στήνονταν στην Αθήνα, στους λόφους της Πλάκας, αλλά και στην πλατεία Αγάμων, στην Πατησίων, εκεί που τελείωνε τότε η πόλη.

Απ’ την γιορτή βέβαια δεν θα μπορούσε να λείψει και το Δημοτικό μας τραγούδι:
«τώρα Μαγιά, τώρα δροσιά, τώρα το καλοκαίρι
τώρα ‘μορφαίνουν τα κλαδιά, τώρα ‘μορφαίνει ο τόπος».
Κι επειδή, από παρήχηση, ο Μάης έφτασε να συνδέεται με τα μάγια:
«Πρωτομαγιά μου τά ‘ριξες τα μάγια και με μάγεψες».

Κι η ποίηση, παρούσα κι αυτή, τον έρωτα εξυμνεί:
«Δρέψατε πάλιν ερασταί ευδαίμονες ναρκίσσους
εις του Μαΐου τους χρυσούς κι ευώδεις παραδείσους».

Στις μέρες μας συνεχίζουμε να γιορτάζουμε την Πρωτομαγιά στην εξοχή. Έστω κι αν φτάνουμε μέχρι εκεί με τ’ αυτοκίνητο. Και μαγιοστέφανα να φτιάχνουμε. Έστω κι αν δεν τηρούμε το έθιμο που απαιτεί εφτά ειδών λουλούδια. Συνεχιστές γινόμαστε έτσι μιας μακραίωνης παράδοσης, που θέλει την μέρα αυτή γιορτή να ‘ναι της άνοιξης, του έρωτα, της φύσης, της ίδιας της ζωής.


(Κ. Μπούζας: Περιγράμματα,2008)

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Δρόμοι της φωτιάς (Ευθυμογράφημα με παροιμίες)

Τους ένωνε ένα φλογερό πάθος, απ’ την άλλη όμως ήταν ευέξαπτοι. Έτοιμοι να πάρουν φωτιά με το παραμικρό. 
Η σπίθα που άναψε την τελευταία πυρκαγιά ήταν μια φλογερή ύπαρξη ντυμένη στα κόκκινα, που κυριολεκτικά άναβε φωτιές.

Φωτιά στα κόκκινα, μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του, δυστυχώς όμως αρκετά δυνατά για να τ’ ακούσει το έτερόν του ήμισυ που άναψε και κόρωσε. Πυρ και μανία γύρισε κατά το μέρος του, μ’ ένα βλέμμα που πετούσε φλόγες. Μην παίζεις με την φωτιά, τον κατακεραύνωσε έτοιμη να εκραγεί. Η φωτιά με το μπαρούτι δεν ταιριάζουν, αστειεύτηκε αυτός κοιτάζοντας εναλλάξ αυτήν και την φλογερή ύπαρξη, σε μια προσπάθεια να ελαφρύνει την βαριά ατμόσφαιρα. Ρίχνεις λάδι στη φωτιά, τον προειδοποίησε κι ο τόνος της φωνής της έδειχνε ότι το ευφυολόγημά του δεν είχε φέρει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Η φλόγα συνεχίζει να καίει, σκέφτηκε αυτός, ικανοποιημένος απ’ το ενδιαφέρον της και βάλθηκε μ’ όλες του τις δυνάμεις να την ηρεμήσει. Μη φουντώνεις, την παρακάλεσε. Όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά, του γύρισε αυτή, ενώ ο τρόπος που, την ίδια στιγμή, κάρφωνε με το βλέμμα της την φλογερή ύπαρξη, σήμαινε «στην πυρά» ή κάτι παρόμοιο.

Βρήκε διέξοδο στη συζήτηση των άλλων πάνω στα επίκαιρα ζητήματα της οικονομίας. Φλέγον θέμα κι ο καθένας απ’ τους συνδαιτυμόνες κάτι είχε να πει. Φωτιά και λάβρα οι τιμές, πετάχτηκε ο πρώτος. Μας έκαψε, συμπλήρωσε ο δεύτερος. Ναι, αλλά παρέλαβε καμένη γη, αντέδρασε ένας τρίτος.

Την κατάλληλη στιγμή ο οικοδεσπότης ευγενικά τους διέκοψε. Κατάλαβε τότε ότι είχε φτάσει η ώρα για την ομιλία του. Ξεδιπλώνοντας τα χειρόγραφά του προχώρησε μπροστά. Το δίχως άλλο θα ήταν ένας πύρινος λόγος.

(Κ. Μπούζας: ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ, 2009)


Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ


Δεν είμαστε παρά βραχύβια αστέρια
που ακολουθούμε με μαθηματική ακρίβεια
την προδιαγραμμένη μας πορεία. 

Στην άνοδο, πάλλοντες, λαμπυρίζοντες ιριδισμοί.
Φωτός αέναου ενθουσιώδεις υποψίες.
Κάτοπτρα ασυνείδητα αιώνιων καιρών.
Παλμών αρχέγονων ανάξιοι δέκτες,
βαφτίζουμε τα οράματα οφθαλμαπάτες
και προχωρούμε μ’ οπτασίες
σ’ αυτό που ονομάζουμε κορυφή….

Κι εκεί ψηλά στο στέμμα καμαρώνουμε,
καθώς στολίζουμε το πλαίσιο ανώριμων καιρών.
Περήφανες πυγολαμπίδες λαμπυρίζουμε
με φως ψυχρό.
Είναι αυτό που δικαιώνει τα ιδανικά μας.
Αυτά που στον ουρανό της μνήμης μας
ολοένα έδαφος κερδίζουν.
Και εγκαθίστανται μονάρχες και δυνάστες.
Κατευθυντήριες γραμμές.
Το θλιβερό άλλοθί μας.
Το έσχατο ανάχωμα
στην επερχόμενη άτη.

Κι ύστερα σπείρες ελλειψοειδείς που ξεδιπλώνονται
μέσα σ΄αυτό που ονομάζουμε απόλυτο κενό.
Της Μνημοσύνης θλίψη.
Μ’ αγωνιώδεις συσπάσεις
εκβιάζουμε φαντάσματα φωτός,
που μας θυμίζουν κάτι
που όμως ποτέ δεν είχαμε….
Φορείς της μνήμης
που ποτέ μας δεν κερδίσαμε.
Της γνώσης αυθεντίες
που ποτέ μας δεν αγγίξαμε.
Των αισθημάτων οδηγοί
που ποτέ μας δεν πρεσβεύσαμε.
Καιρών ανώριμων τα θλιβερά αποκυήματα….

Τώρα πια έχει φτάσει η εποχή,
που τρίζουμε σαν θρύψαλα από γυαλί
στο πάτημα του ανύποπτου διαβάτη.
Που σκορπίζουμε στο φύσημα του αγέρα
σαν ψίχουλα ασήμαντα,
περιστεριών κυνηγημένων πρόχειρη τροφή.
Που νοιώθουμε τη μοναξιά.
Λουλούδια μειονότητες,
χαμένα στο λαβύρινθο της πόλης,
Αναριγούμε αγγίζοντας το είδωλο της γύρης.
Κάτοπτρα ευτελή,
ύστατου σκηνικού αποτελούμε εξαρτήματα.

Είναι μια ζάλη ομαδική
που ξαναζεί μέσα σ’ ανώριμους καιρούς.
Είναι υστερία που στερεύει το μυαλό
από κρυστάλλινες μορφές.
Είναι μια αρρώστια φοβερή
που 'χει ολότελα το νου μας κυριέψει,
καθώς η Αχερουσία είναι πλέον ορατή….

Τώρα λοιπόν που η λήθη είναι εν όψει,
το μόνο που είναι απαιτητό
είναι να μην ξεχάσουμε
κι ομολογία να χαρίσουμε,
πως δεν είμαστε παρά βραχύβια αστέρια.
Τίποτε άλλο από αποχρώσεις δευτερεύουσες
σ΄ένα λαμπρό καλειδοσκόπιο, χρωμάτων,
που αποτελούν του αιώνιου ενός τη μετουσίωση.

Δεν είμαστε παρά βραχύβια αστέρια.
Κι όμως μας δίνεται η ευκαιρία
εικόνα να κερδίσουμε,
στου Ενός την ενσωμάτωση και την πραγμάτωση.
Σαν χρώματα παράγωγα, ασήμαντα, περήφανα,
σε λαβύρινθους γιγαντιαίου πρίσματος,
τη γενετήσια αρχή αναζητούμε….
Το Λευκό….
(Κ. Μπούζας: ΤΟ ΕΝ ΤΟ ΠΑΝ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟΝ, 2002)

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Μια παράξενη συνάντηση

Τον τελευταίο καιρό τον απασχολούσε η έννοια του πλησίον. Η σημασία της αδελφοσύνης και της κοινής μοίρας των ανθρώπων.

Το απόγευμα εκείνο τον βρήκε εκεί κάτω στο ακρογιάλι, να βηματίζει αργά ανάμεσα στις αναποδογυρισμένες βάρκες. Αφηρημένος καθώς ήταν, σχεδόν έπεσε πάνω σ’ εκείνο το παιδί, που καθισμένο δίπλα στην ακροθαλασσιά, έπαιζε πετώντας βότσαλα στο νερό, το ένα μετά το άλλο.

Τον κοίταξε χαμογελώντας και του μίλησε με λόγια που ποτέ δεν θα περίμενε ν’ ακούσει από ένα παιδί: "Οι ζωές των ανθρώπων είναι σαν τα βότσαλα. Το καθένα ακουμπά σε άλλα. Πολλά απλά τ’ αγγίζει. Μερικά τα μισοσκεπάζει κι άλλα τα καλύπτει τελείως και στηρίζεται πάνω τους. Κοίταξέ τα καλά. Χιλιάδες τα σχήματα, τα μεγέθη, τα χρώματα. Άπλωσε όμως τώρα το βλέμμα σου μακριά. Θα τα δεις όλα μαζί να αγκαλιάζονται σφιχτά και να σχηματίζουν μια εικόνα, την ακρογιαλιά. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ιστορίες των ανθρώπων. Μερικές φορές συναντιούνται στις γωνίες κι άλλες πάλι, καλύπτει τελείως η μια την άλλη. Καμιά όμως δεν είναι απομονωμένη και ανεξάρτητη. Κι όλες μαζί φτιάχνουν μια μεγάλη ιστορία, το σχέδιο του Θεού…"

Γύρισε έκπληκτος προς τη μεριά του παιδιού, αυτό όμως δεν ήταν πια εκεί. Δεν κατάλαβε καν πότε είχε φύγει. Είχαν απομείνει μόνο τα βότσαλα να κάνουν παρέα με τον φλοίσβο, που συνέχιζε να τραγουδά ασταμάτητα…


(Κ. Μπούζας: ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ, 2009)

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Μια ιστορία με συνθήματα

ΔΙΗΓΗΜΑ


«Απλά τα της αληθείας έπη»
Ευριπίδης
(«Τα λόγια της αλήθειας είναι απλά»)

Πολλά πράγματα είχαν γίνει θέμα συνήθειας για τον Διογένη. Ίσως και όλα. Ακόμη και το άδειο σπίτι που τον περίμενε, χωρίς την παρουσία ενός ανθρώπου να το ζεστάνει, δεν τον ξένιζε πια. Πάω να μπω στο κουτάκι μου, έλεγε στον εαυτό του και ασυναίσθητα βράδυνε το βήμα του. Και χάζευε τους στριμωγμένους ανθρώπους, τα στριμωγμένα αυτοκίνητα, τα στριμωγμένα κτίρια. Ήταν εκείνες οι στιγμές, που το βάδισμα αποκτούσε γι’ αυτόν μια άλλη σημασία. Το ‘νοιωθε μέσα του βαθιά αυτό κι ας μη το είχε ομολογήσει ποτέ στον εαυτό του. Ήταν μια ύστατη πράξη ελευθερίας, μέσα σ’ αυτήν την αφόρητη μοναξιά της πολυάνθρωπης και πολύβουης ερημιάς της μεγαλούπολης, που ζαλίζει το μυαλό και σφίγγει την καρδιά.

Έπεσε τυχαία επάνω του. Γραμμένο με φρέσκια κόκκινη μπογιά, στον μαυριδερό τοίχο μιας θλιβερής πολυκατοικίας, στο ύψος των ματιών: «Κλείσε την τηλεόρασή σου. Άρχισε να ζεις». Σε αντίθεση με τότε που είχε πρωτοδεί το ίδιο σύνθημα σ’ άλλο σημείο της πόλης, του φάνηκε έξυπνο και ευρηματικό. Συνειδητοποίησε ότι ο ίδιος, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι, άνοιγε την τηλεόρασή του για να αρχίσει να ζει. Γύρισε το βλέμμα του προς την λεωφόρο κι αντίκρισε τους ανθρώπους με την απόγνωση στα μάτια να χορεύει, να τρέχουν, όλο να τρέχουν. Πηγαίνουν κι αυτοί να μπουν στα κουτάκια τους, σκέφτηκε και ξαφνικά τους συμπόνεσε. Όλους τους συμπόνεσε. Κι αυτόν που είχε γράψει αυτές τις λίγες λέξεις στον τοίχο. Σίγουρα αυτός ο άνθρωπος είχε κάτι να πει, που τον έπνιγε και τελικά το είπε.

Και τότε του ’ρθε η ιδέα. Μια μεγαλειώδης ιδέα, για να ξεφύγει από τις άδειες ώρες, την επίπεδη ζωή και το πακετάρισμα της σκέψης του στο κουτί της τηλεόρασης. Θα γίνω συλλέκτης συνθημάτων, ανακοίνωσε μεγαλόφωνα στον εαυτό του. Αυτή θα είναι η ασχολία που θα δώσει ποικιλία στην ζωή μου. Θα οργώσω όλους τους δρόμους και τις γειτονιές και θα καταγράψω όλες αυτές τις μικρές φωνές διαμαρτυρίας. Αξίζει τον κόπο κάποιος να τις συγκεντρώσει. Αυτές δεν υποτάχθηκαν, δεν μπήκαν σε καλούπια. Κι ύστερα, κάποιοι νέοι τα έγραψαν αυτά. Άνεργοι, μοναχικοί, με τα όνειρα ψαλιδισμένα, σαν... Δεν τόλμησε στον εαυτό του να το πει.

Άρχισε την ίδια κιόλας μέρα. Τα σύνεργα απλά. Ένα μολύβι κι ένα τετράδιο με το εξώφυλλο γαλάζιο, στο χρώμα του ουρανού. Είχε προμηθευτεί κι έναν χάρτη της πόλης όπου σημείωνε τις διαδρομές του, ώστε να μην περνά από το ίδιο σημείο περισσότερες φορές. Από κάποια στιγμή κι ύστερα κουβαλούσε μαζί του και μια φωτογραφική μηχανή. Πίστευε ότι η απλή αντιγραφή στερεί κάτι απ’ το σύνθημα. Έτσι ήθελε να έχει και την εικόνα. Το χρώμα, ο γραφικός χαρακτήρας, η βιασύνη που ήταν φανερή σε κάποια γραψίματα, έδιναν κάτι απ’ την ψυχή του δημιουργού.

Ήταν χαρούμενος για πρώτη φορά στη ζωή του, μα και περήφανος για την συλλογή του, όπως όλοι οι συλλέκτες άλλωστε. Κουραζόταν βέβαια πολύ, αλλά όχι χωρίς ανταμοιβή. Το υλικό του αυξανόταν συνεχώς. Του άρεσε να διαβάζει τα καλύτερα στους συναδέλφους στο γραφείο κι όχι σπάνια τα ανέφερε στις συζητήσεις σαν αποφθέγματα. Να, για παράδειγμα, κάποτε θέλοντας να τονίσει την ευθύνη όλων για κάποια πράγματα που συμβαίνουν, με ύφος πομπώδες, μισοαστειευόμενος, απήγγειλε: «Αν όχι εσύ τότε ποιος; Αν όχι τώρα τότε πότε;». Και μετά από παύση μερικών δευτερολέπτων συμπλήρωσε: «Από μια μάταιη ζωή καλύτερα ένας μάταιος αγώνας».

Ο Διογένης σταδιακά επέκτεινε το πεδίο δράσης του. Έφτανε πια σε τόπους, που στην αρχή ούτε καν είχε διανοηθεί να επισκεφθεί, με σκοπό πάντα την συγκέντρωση υλικού. Είχε αρχίσει μάλιστα σε κάθε σύνθημα να σημειώνει και στοιχεία για το σημείο που το φιλοξενούσε, αφού δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις, που ο τόπος ήταν άρρηκτα δεμένος με το μήνυμα που ήθελαν να δώσουν οι λίγες λέξεις πάνω στον τοίχο. Για πρώτη φορά το σκέφτηκε αυτό, μια μέρα που ‘χε σταθεί μπροστά στον περίβολο των Κοιμητηρίων. Με μαύρη μπογιά γραμμένες, έχασκαν μοναχές, αποδιωγμένες, τρεις λέξεις: «Εδώ πληρώνονται όλα».

Μια άλλη πηγή που ανακάλυψε για την έρευνά του ήταν τα βιβλία, όσα υποπτευόταν ότι ίσως να είχαν κάτι σχετικό. Έτσι, χωρίς καν να το καταλάβει, τον καιρό αυτό διάβασε τόσο, όσο δεν είχε διαβάσει σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του. Άλλα απλά τα φυλλομετρούσε και σ’ άλλα έμενε περισσότερο. Ένα μάλιστα, για το Γαλλικό Μάη, το διάβασε δύο φορές. Από αυτό σημείωσε και στο τετράδιό του, με χέρι που έτρεμε από λαχτάρα για την ανακάλυψή του: «Η φαντασία στην εξουσία». Και πιο κάτω: «Απαγορεύεται το Απαγορεύεται». Κι ακόμη: «Αφήστε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν».

Ο καιρός περνούσε και το υλικό του αυξανόταν διαρκώς. Είχε αρχίσει μάλιστα να στέλνει τα πιο ευρηματικά σ’ εφημερίδες και περιοδικά που τα δημοσίευαν. Κι αυτός χαιρόταν, γιατί πίστευε πως μ’ αυτό τον τρόπο πρόσφερε κάτι. Κουβαλούσε και συντηρούσε κραυγές που αλλιώς θα ‘σβηναν. Εκείνοι που δεν τον αναγνώριζαν πλέον ήταν οι συνάδελφοί του στο γραφείο. Ο πρώην άχρωμος, θλιβερός και επίπεδος Διογένης, σιγά σιγά μεταμορφωνόταν σε έναν άνθρωπο ενδιαφέροντα, καλλιεργημένο, με δίψα για την ζωή. Το ίδιο ανακάλυπτε κι ο ίδιος στον εαυτό του. Και κάτι ακόμη. Είχε αποκτήσει πια κι αυτός δικαίωμα στο όνειρο. Σ’ αυτό το μικρό, το ταπεινό, μα ολόδικό του όνειρο κι έφτιαχνε λέξη τη λέξη, φράση τη φράση, το δικό του παραμύθι.

Καθόταν στο γραφείο του αμίλητος δουλεύοντας, μα το μυαλό του έτρεχε αλλού. Δεν μπορούσε να συμμαζέψει την χαρά του, ούτε να βάλει σε μια τάξη τα όνειρά του. Ένας εκδοτικός οίκος του είχε προτείνει, να εκδοθεί ένα λεύκωμα με τα πασίγνωστα πια απ’ τις εφημερίδες και τα περιοδικά συνθήματά του. Του είχαν ζητήσει όμως και κάτι που του φαινόταν βουνό. Στην δεύτερη σελίδα του λευκώματος, αμέσως μετά το εξώφυλλο, θα έπρεπε να υπάρχει ένα σύνθημα δικό του. Κάτι σαν προσωπική κατάθεση ψυχής. Κι αυτός, όσο κι αν έστυβε το μυαλό του, δεν εύρισκε τίποτε. Ναι, αυτός που περπάτησε αμέτρητα χιλιόμετρα, που διάβασε εκατοντάδες μηνύματα, του άρεσε έτσι να τα ονομάζει, έπρεπε τώρα να γράψει μια φράση μόνο, με τη διαφορά ότι αυτή έπρεπε να είναι αποκλειστικά δική του. Κι όσο κι αν προσπαθούσε, τόσο λες και άδειαζε το μυαλό του.

Εκείνο το μεσημέρι ανηφόρισαν προς το σπίτι παρέα με την Δήμητρα. Μόνη κι αυτή στο σπίτι, μόνος κι ο ίδιος, είπαν να καθίσουν για μια μπύρα εκεί στο ταβερνάκι, στην αρχή του πεζοδρόμου. Κι η μια μπύρα έφερε την δεύτερη κι η δεύτερη την τρίτη. Και τα μελιά μάτια της Δήμητρας έλαμπαν κάτω απ’ τον ανοιξιάτικο ήλιο κι ένα παιχνιδιάρικο αεράκι χάιδευε απαλά τα πλούσια μαλλιά της, που έπεφταν μπροστά καθώς έσκυβε στο τραπέζι.

Και τότε, το πρόσεξε. Πίσω ακριβώς απ’ το πρόσωπό της, στον μαυριδερό τοίχο της πολυκατοικίας, στο βάθος, το πρώτο του σύνθημα. Αυτό που είχε σταθεί για τον ίδιο, καιρό πριν, η αφορμή για μια αποκάλυψη ζωής και του είχε δώσει δικαίωμα στο όνειρο. Έβγαλε από την τσέπη το μολύβι και τράβηξε προς το μέρος του μια χαρτοπετσέτα. Ύστερα, αφού κοίταξε για μια ακόμη φορά τα μελιά μάτια της Δήμητρας, αργά, με γράμματα μεγάλα και καθαρά σαν την ψυχή του, σημάδεψε για πάντα τη ζωή του με το δικό του μήνυμα: «Το όνειρο είναι πεπρωμένο».


Υστερόγραφο: Το λεύκωμα του Διογένη ήδη κυκλοφόρησε με τίτλο: «Μια ιστορία με συνθήματα». Παραθέτουμε εδώ ένα μικρό απόσπασμα:

«Ο καταναλωτισμός είναι η μανιοκατάθλιψη της εποχής μας σε συσκευασία δώρου».
«Αν σας δώσουν χαρτί με γραμμές γράψτε από πίσω».
«Ότι δεν μας σκοτώνει αυτό μας δυναμώνει».
«Όσο πιο μεγάλη είναι η βάση τόσο πιο ψηλά φτάνει η κορυφή».
«Μεγαλείο είναι να είσαι όχι να έχεις».
«Μας φαίνονται μεγάλοι γιατί είμαστε γονατιστοί».
«Λέγε όσα πιστεύεις. Πίστευε όσα λες».
«Κάνε όνειρα όχι σχέδια».
«Η αγάπη δεν μπορεί να περιμένει».

(Κ. Μπούζας: Περιγράμματα,2008)