Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Δρόμοι παράλληλοι


Είναι κάτι στιγμές που λες κι ο νους κοντοστέκεται, θαρρείς και θέλει ν’ αποτινάξει από πάνω του το βάρος απ’ τις τόσες σκοτούρες που τον πνίγουν. Μακραίνει τότε το βλέμμα και η σκέψη βαθαίνει, αναζητώντας, αναγνωρίζοντας, κατανοώντας.

Σε μια τέτοια κατάσταση βρισκόμουν, εκεί στο μικρό Καφέ, στο έμπα της μεγάλης κεντρικής πλατείας. Η πόλη είχε ξυπνήσει πια για τα καλά και είχε ανεβάσει τις ταχύτητές της στον γνώριμο φρενήρη ρυθμό. Kι εγώ, αθέατος κι αμέτοχος, καλά προστατευμένος στο καταφύγιό μου, ένοιωθα σαν θεατής σε κάποιου είδους θέατρο, με πρωταγωνιστές ανύποπτους όλους εκείνους στον δρόμο τους περαστικούς.

Ρούφηξα μια γουλιά απ’ τον ζεστό καφέ και καθάρισα με μια χαρτοπετσέτα το τζάμι που είχε αρχίσει να θολώνει. Απ’ έξω ακριβώς, όλο και περισσότεροι μαζεύονταν κάτω απ’ το υπόστεγο, για να προφυλαχτούν απ’ την βροχή που είχε πάρει να δυναμώνει. Τόσα πρόσωπα το ένα κοντά στο άλλο. Φρέσκα χαμόγελα και μάτια δροσερά. Πιο εκεί, ρυτίδες ν’ αυλακώνουν σαν ξεροπόταμοι άνυδρους τόπους. Ξένοιαστα λόγια δίπλα σε θλίψεις σκόρπιες εδώ κι εκεί. Και μοναξιές περιφερόμενες με φόντο πολύβουες παρέες. Και κάπου κάπου μάτια βουρκωμένα. Και ν’ αναρωτιέσαι μήπως τάχα φταίει η βροχή για κείνο που φάνηκε σαν δάκρυ. Να έτσι, σαν άλλοθι, νοιώθοντας ένοχος μπροστά στην δυστυχία. Τι να’ χει αλήθεια αυτός ο φάκελος; Μια πρόσκληση χαράς ή μήπως τάχα λόγια λυπημένα; Κι ο χαρτοφύλακας εκείνος; Συμβόλαια μιας επιτυχημένης αγοράς ή μήπως αποτελέσματα εξετάσεων σ’ ένα νοσοκομείο;

Κι η ώρα πέρναγε. Και άλλοι άνθρωποι διαδέχονταν τους προηγούμενους, που ξεμάκραιναν γρήγορα σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Κι εγώ μέσα μου βαθειά να νοιώθω, πως όλοι τους, όλοι μας, στην πραγματικότητα σε δρόμους παράλληλους βαδίζουμε, με ίδιο προορισμό.

(Κ. Μπούζας: ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ, 2009)

Ο Γέρος


Κάθεται μόνος στη γωνιά του ο γέρος κι αναπολεί την περασμένη νιότη του.

Να, σαν να ‘ταν τώρα αισθάνεται τα πόδια του γερά, να τον βαστάνε, κι αυτός να τρέχει, να χορεύει. Και το κορμί του, κορμί λεβέντη δυνατό. Τα μπράτσα του ατσάλι, το βλέμμα του φωτιά… Τα κουρασμένα μάτια του τον πρόδωσαν απόψε, κι έτσι κι αυτός, το βιβλίο του αφήνοντας στην άκρη, βυθίστηκε στις σκέψεις.

Να, σαν να ‘ταν τώρα θυμάται τους φίλους τους παλιούς που φύγαν. Πολλούς τους πήρε η ζωή, ο θάνατος τους άλλους. Και τον αφήσαν μόνο του, έξω απ’ την παρέα.

Να, σαν να ‘ταν τώρα αναπολεί τον έρωτα. Φέρνει στο νου παλιές αγαπημένες και φιλιά τους στέλνει. Αχ, να μπορούσε να τους πει πως σημαδέψαν τη ζωή του. Πως την ψυχή του διαπέρασαν και έμειναν εκεί για πάντα, σύντροφοί του, με όσα του χαρίσαν. Ξέχασε όμως του έρωτα τα λόγια τώρα πια, και να τα θυμηθεί φοβάται.

Να, σαν να ‘ταν τώρα νοιώθει χαρές και λύπες που ‘φυγαν. Έτσι σκέτες, χωρίς να είναι εκεί και οι αιτίες τους. Τις έσβησε ο χρόνος. Μπροστά του έρχονται μάχες προσωπικές που έδωσε. Νίκες και ήττες. Και ξέρει ότι έδωσε τον αγώνα τον καλό.

Να, σαν να ‘ταν τώρα φέρνει μπροστά του των γονιών του τα πρόσωπα. Και τι παράξενο, είναι νέοι σαν τότε που ήτανε παιδί κι είναι αυτός ο γέρος. Και του γελούν χαρούμενα, πειράγματα του κάνουν. Του λένε πως ο χρόνος είναι ένα παιδί ανέμελο που παίζει.

Κάθεται μόνος στη γωνιά του ο γέρος και περιμένει το τέλος, με ηρεμία μα και μ’ έξαψη συνάμα. Έχει ακόμη κάτι να προσμένει. Τον έχει βαθύτατα η ιδέα συγκλονίσει, πως σαν φτάσει εκείνη η ώρα η μεγάλη του Θεού, μονάχα μια στιγμή θα είναι αρκετή. Ύστερα πια θα ξέρει…

(Κ. Μπούζας: ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ, 2009)

ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΨΥΧΗΣ


Είναι αστέρια οι ψυχές μας, είπανε, απρόσιτα,
έτη φωτός το ένα από το άλλο αφού απέχουν.
Τότε κι εμείς ταχύτητα αγάπης αναπτύξαμε
και την ενότητα του Σύμπαντός μας κατορθώσαμε.

(Κ. Μπούζας: ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΓΡΑΦΗΣ, 2008)

ΤΟ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ


Μια τέτοια νύχτα σαν κι αυτήν
ξετύλιξε του ονείρου του
το κατακόκκινο κουβάρι.
Χίλια αστέρια στο νου του τότε έλαμψαν
και μονοπάτια χίλια,
αόρατα ως τότε, του φανέρωσαν.

Κι ο ύπνος έγινε του σώματος
ξαγρύπνια της ψυχής.
Κι αυτός ταξιδευτής ακούραστος
σε θαυμαστό ταξίδι.
Σε τόπους αισθημάτων δυνατών ασύλητους.
Σε χώρους ατόφιων ιδεών περίλαμπρους.

Μυριάδες ήταν τα ταξίδια που αξιώθηκε,
αλλά καιρό τώρα αποζήταγε το τέλειο ταξίδι.
Και σαν το βρήκε, ούτε στιγμή δεν δίστασε.
Στο όνειρο αφέθηκε. Ποτέ του δεν επέστρεψε…..

(Κ. Μπούζας: ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΓΡΑΦΗΣ, 2008)

ΑΘΕΑΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ


Στης αβύσσου το κατασκότεινο φρέαρ
του ανελκυστήρος το κατάφωτο δώμα
κατάμεστο ελπίδων ανέρχεται.


Πόσο αργά προσπερνά τους ορόφους.
Μακριά η κορυφή είναι ακόμα.
Η λαχτάρα μου στα ύψη εκτοξεύεται.


Και ο στόχος δικαιώνει τον δρόμο.
Και η στάση στο ύψιστο σημείο.
Η ψυχή μου σπαρταρά από δύναμη.


Και η κάθοδος στο φρικτό τούτο φρέαρ.
Του ανελκυστήρος το κατάφωτο δώμα
τρυφερά αγκαλιάζει τις μνήμες μου.


Πόσο γρήγορα οι όροφοι φεύγουν.
Πόσο λίγο το ταξίδι κρατάει.
Η καρδιά μου ραγίζει αδύναμη.


Και στης παύσης την έσχατη ώρα
σκοτεινό του ανελκυστήρος το δώμα
με  το φρέαρ της αβύσσου είναι όμοιο.

(Κ. Μπούζας: ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΓΡΑΦΗΣ, 2008)

ΟΥΔΕΝ ΜΕΝΕΙ

Όσο μονάχος μίλαγες,
ήσουν η αυθεντία.
Μα έπειτα ήρθα εγώ
με όραμα να σε γκρεμίσω.
Ήμουν η επανάσταση.
Και κάποτε επεκράτησα.
Κατεστημένο τότε πια
θρονιάστηκα εγώ
κι εσύ ήσουν η αντίδραση.
Και τότε ήρθε δυνατή
μια επανάσταση.
Και τότε νίκησε
κατεστημένο έγινε.
Εγώ μοιραία τότε
ήμουν η αντίδραση
κι εσύ η Ιστορία….

(Κ. Μπούζας: ΤΟ ΕΝ ΤΟ ΠΑΝ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟΝ, 2002)

ΔΕΛΦΙΚΟΣ ΧΡΗΣΜΟΣ

Ξανθό λουλούδι,
λικνίζεσαι στη λύρα του Ορφέα
και καρτεράς κάποιες πομπές του Διονύσου,
για να στολίσεις τα μαλλιά του Σάτυρου
που θα σε δρέψει πρώτος.

Πες μου.
Ξέρεις πως λέγεται η αναζήτηση,
όταν δεν ξέρεις τι γυρεύεις;
Δεν έχει όνομα.
Ξέρεις πως λέγεται αυτό που ψάχνεις,
όταν δεν ξέρεις πως θα φτάσεις ως εκεί;
Δεν έχει όνομα.

Ξανθό λουλούδι
με της αυγής το ουράνιο τόξο τυλιγμένο,
μη συντονίζεσαι μ’ ανάσες που γλιστρούν στο χώμα,
γιατί θάρθει καιρός που η γύρη θάναι η ευλογία
κι εσύ ναός της ομορφιάς,
η μήτρα της αρχέγονης ζωής,
μικρός Θεός ενός ακόμα νέου κόσμου.

(Κ. Μπούζας: ΚΟΝΤΑ ΣΤΙΣ ΜΟΥΣΕΣ , 1997)

ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΔΑΚΡΥΑ

Μ' έλιωσαν σε χυτήριο,
μ' έριξαν σε καλούπια.
Με χτύπησαν στ' αμόνι.
Με διαμόρφωσαν........
Άραγε αμετάκλητα;
Πάντοτε υπάρχει
η φλόγα του οξυγόνου,
ή κάτι σαν κι αυτήν.

(Κ. Μπούζας: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΔΡΟΜΟΙ, 1993)

ΤΟΠΙΟ


Έχεις ποτέ προσέξει τα κύματα;
Υψώνονται σα θεότητες, που τότε μόνο και για μια στιγμή
συνείδηση αποκτούν της δύναμής τους.
Άλλοτε γκρίζα, άλλοτε πρασινωπά, μα πάντα απειλητικά.
Σίγουρα κάτι νοιώθεις τη στιγμή,
που με μανία συναντιούνται εδώ στους βράχους,
για να τους σκάψουν ακόμα πιο βαθειά.
Όταν αργότερα θα διπλωθούν νωχελικά αποχωρώντας,
προσπάθησε να δεις στο αντιφέγγισμα του ήλιου,
κάποιες μικρές σταγόνες που ξέμειναν στου βράχου τις αιχμές.
Εγώ αυτές λατρεύω.

(Κ. Μπούζας: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΔΡΟΜΟΙ, 1993)

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΣ

Νόμισαν πως με στρίμωξαν.
Σε ένα σκοτεινό κελλί,
χωρίς τροφή,
χωρίς νερό,
χωρίς αέρα,
χωρίς φως.
Οι ανόητοι......
Εχω ήδη ξεφύγει,
απ' τη στιγμή που δε μου πήρανε
εκείνο το γαλάζιο μπλόκ των σημειώσεων
κι ένα παλιό μολύβι.

(Κ. Μπούζας: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΔΡΟΜΟΙ, 1993)

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Κώστας Μπούζας γεννήθηκε το 1960. Είναι Τοπογράφος Μηχανικός.

Έχει ασχοληθεί με ποίηση, άρθρο, διήγημα, δoκίμιο, χρονογράφημα και νουβέλα,δημοσιεύοντας σε διάφορα λογοτεχνικά και πολιτιστικά έντυπα. Έχει εκδώσει, μέχρι σήμερα, επτά ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές πεζογραφημάτων. 

Για το έργο του τιμήθηκε: με έπαινο από το περιοδικό «Πολύπτυχο» το 1997, με τιμητικό δίπλωμα από το Σαρακήνειο Ίδρυμα Συμπαραστάσεως το 1998, με τιμητική διάκριση από τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βορείου Ελλάδος το 2006 και τέλος με τιμητική διάκριση από την Ένωση Λογοτεχνών Β. Ελλάδος το 2015.  Ακόμη το ποίημά του «Ειρήνη» βραβεύθηκε με το βραβείο Ομήρου σε παγκόσμιο ποιητικό διαγωνισμό που διοργάνωσε η Αμφικτυονία Ελληνισμού το 2007. 

Από το 1994 είναι μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος, της οποίας έχει διατελέσει Αντιπρόεδρος. Επίσης  είναι μέλος της Αμφικτυονίας Ελληνισμού από το 2008 και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών από το 2010. Έχει διατελέσει Πρόεδρος και μέλος των Κριτικών Επιτροπών Πανελλήνιων Λογοτεχνικών Διαγωνισμών της ΕΛΒΕ. Επίσης έχει συμμετάσχει, το χρονικό διάστημα 2010-2014, στην Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού της ΕΛΒΕ: « Μουσών Μέλαθρον».