Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

«ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ»


Το Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου του 2012, χιλιάδες πολίτες σε όλη την Ευρώπη– και όχι μόνο – βγήκαν στους δρόμους και διαδήλωσαν, σε μια προσπάθεια να σταθούν αλληλέγγυοι στη χώρα μας στις δύσκολες μέρες που περνά. Κεντρικό τους σύνθημα : «Είμαστε όλοι Έλληνες».
Η ενέργεια αυτή βέβαια υποδήλωνε την κατανόηση των ανθρώπων αυτών, του τι είναι στην πραγματικότητα η κρίση αυτή, αλλά και τον φόβο για ποιούς και πόσους τελικά προορίζεται. Και αυτό διαδήλωσαν με το συγκινητικό πραγματικά σύνθημά τους.
Πέρα απ’ αυτό όμως, δεν ήταν λίγοι αυτοί που προχώρησαν κι άλλο. Μίλησαν για την δημοκρατία τους, για την φιλοσοφία τους, για τις επιστήμες τους, για τις τέχνες τους, για την ίδια την γλώσσα και το αλφάβητό τους. Και ανιχνεύοντας τις ρίζες τους έφτασαν στον Σωκράτη, στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη. Στον Θουκυδίδη, στον Ηρόδοτο και στον Ξενοφώντα. Στον Σοφοκλή, στον Αισχύλο και στον Ευριπίδη. Στον Όμηρο. Στον Ιπποκράτη. Στον Δημόκριτο. Στον Αρχιμήδη και στον Ήρωνα. Στον Ικτίνο και στον Καλλικράτη. Στον Φειδία και στον Πραξιτέλη. Στον Πυθαγόρα…..
Τέλος, υπήρξαν και κάποιοι που προχώρησαν ακόμη πιο πέρα, και έθεσαν θέμα του τεράστιου χρέους που συνεπάγεται για τους ίδιους αυτή η προσφορά, από ένα Έθνος, αυτό των Ελλήνων, που τους πρόσφερε τα πάντα απλόχερα, χωρίς να τους ζητήσει - και να πάρει - ποτέ κάποια ανταμοιβή.
Το Σάββατο, στις  18 του Φλεβάρη, χιλιάδες άνθρωποι σε όλη την Ευρώπη φώναξαν: «Είμαστε όλοι Έλληνες». Το είδαν και το άκουσαν οι πάντες. Πολλοί - ίσως οι περισσότεροι-  κατάλαβαν. Είναι αμφίβολο όμως αν συγκινήθηκαν, έστω και ελάχιστα, οι σύγχρονοι «σοφοί» των άχρωμων εικόνων και των άδειων λέξεων.
Εμείς πάντως συγκινηθήκαμε, ευχαριστούμε όλους αυτούς που βγήκαν στις πλατείες και στους δρόμους τη μέρα εκείνη και τους στέλνουμε το δικό μας μήνυμα: «Είμαστε όλοι αδέρφια».

(Κώστας Μπούζας: 2012)

ΖΗΤΗΜΑ ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ



Στην εποχή μας, τόσο στη χώρα μας όσο και παγκόσμια, πλήττονται ισχυρά εργασιακές σχέσεις, κοινωνικές κατακτήσεις, ανθρώπινα δικαιώματα, ακόμη και αυτά τα ίδια τα επιτεύγματα του πολιτισμού μας. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που απειλείται, ίσως πιο σημαντικό και απ’ τα προηγούμενα. Αυτή είναι η ανθρωπιά μας.
Συγκεκριμένα, υπάρχει ο κίνδυνος η διαρκής προβολή, από τα Μέσα Μαζικής ενημέρωσης και ειδικά από την τηλεόραση, γεγονότων που σχετίζονται με την ανθρώπινη δυστυχία και μάλιστα με τρόπο ψυχρό και επιδερμικό να οδηγήσει ώστε να φτάσει αυτή να αντιμετωπίζεται, έστω και υποσυνείδητα, σαν κατά κάποιο τρόπο αναπόφευκτη ή ακόμη και δεδομένη. Ο ίδιος κίνδυνος παραμονεύει και εξ αιτίας του μεγάλου πλήθους των σχετικών εικόνων που αντικρίζει ο καθένας στην καθημερινή ζωή του.
Ο άνθρωπος όμως είναι απαραίτητο ποτέ να μην συνηθίσει αυτές τις εικόνες. Ποτέ να μην συμβιβαστεί με την φτώχεια, την πείνα και με την παρουσία αστέγων γύρω του. Ποτέ του να μην νοιώσει τον δίπλα άνθρωπο που δοκιμάζεται σαν μια αδιόρατη παρουσία, αλλά να τον κοιτά πάντα στα μάτια, έστω και διακινδυνεύοντας έτσι να αντικρύσει εκεί τις δικές του ενοχές για τον εφησυχασμό ή ακόμη και για την αδιαφορία του. Να τον αντιμετωπίζει σαν φίλο και όχι σαν ένα τυχαίο δείγμα στατιστικής ανάλυσης.
                Είναι παρήγορο και αποτελεί υγιές κοινωνικό αντανακλαστικό, το γεγονός ότι η κρίση οδήγησε σε φαινόμενα αλληλεγγύης και προσφοράς. Εκείνο που μένει να επιτευχθεί (στον βαθμό που δεν έχει ίσως επιτευχθεί), είναι η δημιουργία της επίγνωσης μέσα στον καθένα μας, ότι η φτώχεια δεν αξίζει σε κανένα. Ακόμη, ότι είμαστε διαχειριστές των χρημάτων μας ( τα οποία βέβαια δεν θα μας ακολουθούν εις το διηνεκές) και με την ιδιότητα αυτή πρέπει να κάνουμε σωστή διαχείριση.
Η εκπλήρωση του ιδανικού της ανθρωπιάς θα επιτευχθεί, όταν ο κάθε ένας φτάσει στο σημείο να αισθανθεί υπόλογος για όποιον δοκιμάζεται. Στο κάτω – κάτω, ας μην ξεχνάμε ότι ακόμη κι ένα ασήμαντο – κυριολεκτικά – ποσόν είναι ζήτημα ζωής γι’ αυτόν που του λείπει ως και το απλό ψωμί.
 
(Κώστας Μπούζας: 2012)

Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ ΣΕ ΚΡΙΣΙΜΗ ΚΑΜΠΗ



Αν θέλαμε να αναλύσουμε την κατάσταση που επικρατεί σήμερα παγκόσμια, θα βρισκόμασταν αντιμέτωποι με μια ζοφερή πραγματικότητα: πόλεμοι, πείνα, εγκληματικότητα και μια συνεχώς επιδεινούμενη οικονομική κρίση, εκεί που δεν έχει ακόμη προλάβει να καταφθάσει η απόλυτη εξαθλίωση. Θα διαπιστώναμε άνιση κατανομή των φυσικών πόρων,  τις περισσότερες φορές μέσω καταλήστευσής τους, έλλειψη σε πολλές περιοχές των βασικών αγαθών, ακόμη κι  αυτού του ίδιου του νερού, και ανεπίτρεπτη και ασυλλόγιστη μόλυνση του περιβάλλοντος. 
Η κατάσταση αυτή απαιτεί, από μέρους μας, μια άλλη αντιμετώπιση που θα είναι πλέον περισσότερο κοινωνιστική. Αυτό σημαίνει πολλά πράγματα, σε διάφορα επίπεδα και οπωσδήποτε μια διαφορετική στάση ζωής. Μια τέτοια αντιμετώπιση θα μπορούσε να θεμελιώνεται στο μικρό ακόμη παιδί, που θα μαθαίνει να μοιράζεται και όχι να κερδίζει. Να εμπεδώνεται στον έφηβο, με την ανάπτυξη της φιλίας και της συντροφικότητας και όχι του άκρατου ανταγωνισμού. Τέλος, να βρίσκει την κορύφωσή της στον ενεργό πολίτη που θα δρα συνειδητά και συνειδησιακά και πάντα με γνώμονα το ήθος και τον σεβασμό στους άλλους, και όχι με όσα το όποιο συμφέρον του επιτάσσει.
Είναι καιρός πια η ανθρωπότητα να ξεπεράσει την ηλικία της εφηβείας, που διακρίνεται από μια συνεχή διεκδίκηση, και να προχωρήσει σ’ αυτήν της ωριμότητας, που έχει σαν  χαρακτηριστικά της την επίγνωση, την δύναμη της προσφοράς, την ενεργό συμμετοχή και την αλληλοπεριχώρηση. Σε τελική ανάλυση δεν τίθεται θέμα επιλογής. Βρισκόμαστε σε κρίσιμη καμπή, και η μοναδική λύση για να την ξεπεράσουμε διαφαίνεται πλέον σχεδόν ως νομοτέλεια
(Κώστας Μπούζας: 2012)

Η ΚΡΙΣΗ, Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ



                Η κρίση βρίσκεται εδώ. Και όπως κάθε μεγάλη κρίση, είναι κι αυτή πολυσχιδής. Οικονομική, πολιτισμική, κοινωνική. Προσπαθεί, σαν ένας άλλος καρκίνος, να προσβάλλει και να εκφυλίσει κάθε τομέα και κάθε έκφανση αυτού που θεωρούμε ως πολιτισμό μας. Περίθαλψη, πρόνοια, παιδεία, γράμματα, τέχνες…
Κύτταρο όμως του πολιτισμού αυτού, αλλά και της κοινωνίας της ίδιας, είναι αναμφίβολα ο άνθρωπος. Αυτός αφουγκράζεται, βιώνει, νοιώθει, σκέφτεται, δημιουργεί. Κι ακόμη παραπέρα, αυτός χαίρεται ή λυπάται, ονειρεύεται και περνά – όταν περνά – από την απλή επιβίωση στην ζωή. Φυσικό είναι, λοιπόν, ο άνθρωπος να αποτελεί και τον τελευταίο - ή τον πρώτο – στόχο της επελαύνουσας κρίσης. Αντίστροφα, κάθε προσπάθεια που ξεκινά από όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και απ’ τον καθένα ξεχωριστά, μοιραία επηρεάζει και συντελεί στην περαιτέρω διαμόρφωση της υφής της κοινωνίας και της δυναμικής του πολιτισμού, ακόμη και αντίθετα προς την δυσμενή ροή των πραγμάτων.
            Ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή, της ανάκαμψης, θα μπορούσε να είναι η βαθειά συνειδητοποίηση ότι η ίδια η λέξη κοινωνία σημαίνει πρώτα απ’ όλα συμμετοχή. Μάλιστα, σε δύσκολες περιόδους της ιστορίας, η συντροφικότητα μεταξύ των ανθρώπων στάθηκε στήριγμα για όλους και χάρισε κουράγιο και απαντοχή. Τελικά δεν είμαστε μόνοι. Είμαστε όλοι μαζί. Κι αυτό θα πρέπει να αποτρέψει τον καθένα από έναν ολέθριο απομονωτισμό. Υπάρχει πάντα κάποιος να ακούσει, να συμπονέσει και να βοηθήσει ίσως με τον τρόπο του, αρκεί να δεχτεί ένα έναυσμα από τον άλλο. Γιατί η αλήθεια είναι μία. Πάντα καλείσαι να κάνεις την αρχή και να προκαταβάλλεις ένα ψυχικό αντίτιμο για την όποια απολαβή ανθρωπιάς προσμένεις. Κι αυτό το αντίτιμο συχνά είναι πολύ μικρό κι ας είναι τόσο σημαντικό. Δεν είναι τυχαίο το πόσα πολλά έχουν γραφεί και ειπωθεί για την τεράστια δύναμη που κρύβει μέσα του ένα απλό χαμόγελο.
            Ένα πρώτο βήμα, λοιπόν, που ίσως και να φαίνεται μικρό. Ας μη ξεχνάμε όμως ότι και η πιο μεγάλη πορεία ξεκινά υποχρεωτικά με ένα μικρό βήμα.

(Κώστας Μπούζας:  2012)

Η γέννηση της πολιτικής


Μέχρι τότε υπήρχαν μόνο άρχοντες και υπήκοοι, δεν υπήρχε όμως πολιτική. Ο Κροίσος, ο Κύρος, ο Ναβουχοδονόσωρ, ο Ραμσής και τόσοι άλλοι, κυβέρνησαν αναμφίβολα μεγάλες αυτοκρατορίες, αλλά σ’ αυτές σαφώς απουσίαζαν οι δημόσιες υποθέσεις. Όλες οι κρατικές λειτουργίες, από την στρατιωτική υπηρεσία και την φορολογία, έως την διακυβέρνηση της Πολιτείας, αποτελούσαν ιδιωτικές υποθέσεις του κυβερνήτη και της ηγετικής τάξης. Στην ουσία, ήσαν απλώς η έκφραση της δύναμης και της επιθυμίας του εκάστοτε άρχοντα.

Και τότε ήρθαν οι Έλληνες του πέμπτου αιώνα προ Χριστού και αναγνώρισαν την ύπαρξη των κοινών υποθέσεων και ασχολήθηκαν με την μελέτη τους. Και εφεύραν την πολιτική σκέψη. Και εφάρμοσαν την ψυχολογική μέθοδο στην ανάλυση των πολιτικών φαινομένων. Ελευθερία, Δικαιοσύνη, Νόμος, Δημοκρατία, Κοινοβούλιο, υπήρξαν οι καρποί της νέας αυτής στάσης ζωής, που προχωρούσε τον άνθρωπο ένα βήμα πιο πέρα, ή καλύτερα ένα σκαλί πιο ψηλά.

Παράλληλα παρουσίασαν όλες τις μεγάλες πολιτικές τάσεις και ιδέες. Υπήρξαν και συντηρητικοί, αφού σεβόταν τα έθιμα και τις παραδόσεις, αλλά και ριζοσπαστικοί, αφού ήταν έτοιμοι να κρίνουν με βάση την λογική τους, χωρίς φόβους και προκαταλήψεις. Ακόμη, πραγματιστές, αφού βάσιζαν τις μελέτες τους στον κόσμο όπως είναι και όχι όπως θα ’πρεπε να είναι, αλλά και ιδεαλιστές, αφού ξεκινώντας από την πραγματική ανθρώπινη φύση, οραματίζονταν την ανύψωσή της.
Τρεις ήταν οι μεγαλύτεροι πολιτικοί μελετητές της εποχής εκείνης -και όχι μόνο-. Ο Θουκυδίδης, ο πιο διεισδυτικός. Ο Αριστοτέλης, ο συστηματικότερος. Ο Πλάτων, ο πιο υψιπετής. Ο πρώτος εξ αυτών υπήρξε, όχι μόνο ο πατέρας της επιστημονικής ιστορίας, αλλά και ο εμπνευστής όλων των σχολών πολιτικής σκέψης. Ο δεύτερος, με τη σειρά του, ανέπτυξε τις θεωρίες περί Κράτους και του γενικού καλού, που αυτό πρέπει να υπηρετεί. Τέλος ο Πλάτων, για πρώτη φορά διετύπωσε την περιβόητη θεωρία του «συμβολαίου», μεταξύ του Κράτους απ’ τη μια και των πολιτών απ’ την άλλη.

Μια ακόμη κατάκτηση της πολιτικής σκέψης των Ελλήνων υπήρξε η «ουτοπία», το απόλυτο δηλαδή ιδεώδες προς το οποίο πρέπει  να κατατείνει η Πολιτεία. Οι διάφορες ουτοπίες εκφράστηκαν από τους εμπνευστές τους, κατά καιρούς, σε γράμματα και διδασκαλίες. Μερικές μάλιστα έγινε προσπάθεια να εφαρμοστούν στην πράξη, όπως η ιδανική Πολιτεία που Πυθαγόρα, στον Κρότωνα της νότιας Ιταλίας, ή αυτή που προσπάθησε να εμπνεύσει ο Πλάτων στους Διονύσιο Α΄ και Διονύσιο Β΄, καθώς και στον Δίωνα, άρχοντες όλοι τους των Συρακουσών.

Η μεγαλύτερη όμως προσφορά των Ελλήνων πολιτικών διανοητών υπήρξε το γεγονός ότι όλοι τους δίδαξαν, πως οι δημόσιες υποθέσεις δεν είναι αντικείμενο μόνο σκέψης και ψυχρών υπολογισμών, αλλά και συναισθήματος. Πλησίασαν έτσι, περισσότερο παρά ποτέ στο παρελθόν, τον άνθρωπο και έθεσαν τα θεμέλια της Πολιτικής Ψυχολογίας.
Γράφει σχετικά ο Αριστοτέλης: ... άριστα διοικείται μια πολιτεία, αν μπορούν οι πολίτες να είναι ευδαίμονες... η ευδαιμονία είναι μια δραστηριότητα και πλήρης χρησιμοποίηση της αρετής. Αλλού πάλι διακηρύσσει την μεγάλη αλήθεια, ότι η αγάπη είναι βασικό στοιχείο της κοινωνίας. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Πλάτων, προτάσσει την αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών, ως απαραίτητη για την ύπαρξη ομόνοιας στην Πόλη. Αυτό βέβαια καλείται να το επιτύχει, με τους κατάλληλους χειρισμούς, αυτός που άρχει, διότι όπως γράφει ο Αριστοτέλης και πάλι: Μόνο η σωφροσύνη είναι η αρετή που ταιριάζει αποκλειστικά στον «άρχοντα». Δηλαδή στον Κυβερνήτη.

 (K. Mπούζας: ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑΤΑ, 2008)