Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Δεσμώτες του Ιλίγγου



 Είχαν ήδη σχηματίσει τον κύκλο. Πιασμένοι χέρι χέρι. Τα πρόσωπά τους στεγνά, βασανισμένα. Τα ζυγωματικά πεταγμένα έξω, τα μάτια άδεια, με μια σπίθα θα ‘λεγες να πασχίζει στιγμές στιγμές να βγει στην επιφάνεια.
- Δημήτρης
- Παρών...
Ήταν το πρωινό προσκλητήριο κάτι σαν μια τελετή απονομής επαίνου για τη νίκη. Μια ακόμη νύχτα είχε περάσει κι αυτοί βρίσκονταν εκεί. Πόση δύναμη έκρυβε μέσα του εκείνο το παρών. Μα και πόση πάλη, πόση αγωνία, πόσα φαντάσματα...
Θεραπευτική κοινότητα Ιθάκη. Η Ιθάκη τους. Για όλους αυτούς που δεν είχαν φροντίσει να κλείσουν τ’ αυτιά τους την ώρα που τραγουδούσαν οι σειρήνες κι έτσι φυλακίστηκαν στον ψεύτικο παράδεισο. Κι ύστερα ανακάλυψαν πως μόνο παράδεισος δεν ήταν. Κόλαση ήταν σκοτεινή. Άβυσσος μ’ όλη την σημασία της λέξης.
- Σταμάτης.
- Παρών...
Τους είχαν πει για τα ναρκωτικά, ως πού θα τους ανέβαζαν, μα δεν τους είπαν πού θα τους γκρέμιζαν αμέσως μετά. Τους είχαν πει ότι θα τα ‘παιρναν για να ταξιδεύουν, μα δεν τους είπαν ότι ύστερα από τις πρώτες φορές, θα  τα ‘παιρναν απλά και μόνο για να μην πονούν. Τους είχαν πει ότι θα μπορούσαν να τα κόψουν όποια στιγμή ήθελαν, μα δεν τους είπαν για το σύνδρομο στέρησης. Και όχι μόνο το σωματικό που κρατάει λίγες μέρες, μα και το ψυχικό που διαρκεί μήνες. Απογοήτευση, κατάθλιψη, τάσεις αυτοκτονίας...
Ναι, η ψυχή τους η ίδια ήταν αυτή που πονούσε αφόρητα τώρα κι αυτόν τον πόνο ήταν που πολεμούσαν, πιασμένοι χέρι χέρι, εκεί στην Ιθάκη. Τουλάχιστον όμως τώρα αγωνίζονταν και κάθε μέρα τους έφερνε πιο κοντά στην οριστική λύτρωση. Τους μέχρι χθες δεσμώτες του ιλίγγου.
- Γιώργος.
- Παρών...
Πόσα περνούν τώρα απ’ το μυαλό του. Η πρώτη φορά, να έτσι, από περιέργεια. Κι ύστερα ακολούθησαν κι άλλες. Και τα ναρκωτικά να γίνονται όλο και πιο βαριά, μιας και το βαποράκι δεν είχε πια σχεδόν ποτέ ελαφρά. Τέλειωναν γρήγορα του ‘χε πει. Κι η εξάρτηση ν’ αυξάνεται μέρα με τη μέρα. Στο τέλος ήρθαν κι οι ενέσεις. Και χρειαζόταν τόσες δόσεις. Τόσα λεφτά. Στην αρχή έκλεβε απ’ το σπίτι. Αργότερα άρχισαν κι οι διαρρήξεις. Κρύος ιδρώτας κι ο φόβος να δαγκώνει την ψυχή σαν το ανήμερο θεριό. Και η καρδιά να σπαρταρά, σαν έτοιμη να σπάσει. Κι η δόση με χέρια που ‘τρεμαν, για να περάσει ο πόνος. Κι ύστερα ένας ύπνος βαθύς, λήθαργος σωστός, ανακούφιση έστω και προσωρινή για το βασανισμένο του κορμί. Ως την επόμενη φορά..
- Άγγελος.
- Παρών...
Ναι, ήταν παρών. Λίγο προτού φτάσει στο τέλος, λες και του έδωσε κουράγιο ο Θεός και μπόρεσε και μάζεψε τα κομμάτια του, στέριωσε τα πόδια του που ‘τρεμαν απ’ την εξάντληση, στήριξε όρθιο το ισχνό του κορμί, άνοιξε τα θολά του μάτια και μ’ όσα υπόλοιπα δύναμης του είχαν απομείνει, με σπασμένη φωνή, ψιθυριστά σχεδόν συλλάβισε την μεγάλη λέξη: Όχι...
- Γιάννης.
- Παρών...
Ναι, ήταν παρών κι αυτός. Γιατί η ζωή είναι όμορφη, φτάνει να μπορέσεις να το δεις.  Κι αυτό για να το καταφέρεις, πρέπει ν’ ανοίξεις διάπλατα τα μάτια της ψυχής σου. Και είναι σίγουρα έτσι. Το λένε, αυτόπτες μάρτυρες, αυτοί που κυριολεκτικά έρχονται πίσω από την άλλη όχθη. Οι πρώην δεσμώτες του ιλίγγου.

(Κ. Μπούζας: ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑΤΑ,2008)

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ



Σε παλαιότερες εποχές, τότε που ο άνθρωπος είχε διαθέσιμο χρόνο ν’ αφουγκραστεί, να προσεγγίσει, να γνωρίσει και τελικά να συνειδητοποιήσει κάποια πράγματα, υπήρχε ένας βαθύτατος σεβασμός στην φύση.

Έτσι στην Αρχαία Ελλάδα, ο Αριστοτέλης ονομάζει τον Κόσμο «Ορατό Θεό». Εξάλλου η ύπαρξη τόσων θεοτήτων ποταμών, λιμνών και άλλων στοιχείων του περιβάλλοντος, αποδεικνύει συναισθήματα που αγγίζουν τα όρια βαθύτατης αγάπης. Τόση ήταν αυτή, για κάτι που θεωρούσαν ούτως ή άλλως ζωντανό, ώστε ο Ξενοφών έφτασε ακόμη και στο σημείο να απορρίπτει  το πείραμα ως «βάσανον της φύσης».

Η ίδια βέβαια φυσιολατρική στάση συνεχίστηκε, σε γενικές γραμμές και στις μεταγενέστερες εποχές. Έτσι ο Άγιος Κοσμάς, ο Αιτωλός, προφητεύει: «Οι άνθρωποι θα μείνουν φτωχοί, γιατί δεν θα έχουν αγάπη στα δέντρα». Και ο Βολταίρος διακηρύσσει: «Ο σεβασμός στη φύση, είναι αγάπη στην ζωή». Με την σειρά του, ο Λαμαρτίνος καταγγέλλει: «Οι βασανιστές των ζώων, είναι και βασανιστές του ανθρώπου. Μόνο το θύμα διαφέρει». Και ο Σαίξπηρ εκφράζει, για μια ακόμη φορά, την μεγάλη αλήθεια: «Η φύση είναι ο αντιπρόσωπος του Θεού  στη Γη».

Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι όλοι οι άνθρωποι του πνεύματος συναισθάνθηκαν και βίωσαν, κατά καιρούς, την υπαρξιακή αγωνία της Γαίας. Έτσι ο Μαχάτμα Γκάντι διαπιστώνει: « Ο πολιτισμός ενός λαού έχει σαν βασικό στοιχείο του την αγάπη στα ζώα». Και ο Σαρλ Μπωντλαίρ αναλογίζεται: «Χρειάζεται αγάπη. Αγάπη πολλή για να ζεστάνεις ένα παγωμένο σπουργίτι, για να γιατρέψεις ένα πληγωμένο σκυλί». Ο Κόνραντ Λόρεντς, τέλος, δημιουργός της νέας επιστήμης της ηθολογίας και κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ, προειδοποιεί: «Η ερήμωση του φυσικού περιβάλλοντος, καταστρέφει, όχι μόνο τον εξωτερικό κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε, αλλά και κάθε σεβασμό του ανθρώπου για την ομορφιά και το μεγαλείο μιας δημιουργίας που τον ξεπερνά».

Υπήρξε όμως κι ένας ποιητής που τραγούδησε όσο λίγοι την φύση. Είναι ο Κώστας Κρυστάλλης που, με λόγια απλά, μιλά βαθιά μες στην καρδιά μας: «Για μένα το πιο απλό λουλούδι μπορεί να γεννήσει σκέψεις, που θα μου φέρουν δάκρυα στα μάτια». Ο ίδιος σε ένα ποίημα του γράφει:
Το άγιο χώμα που πατάς, τα δάση που διαβαίνεις,
τα μαύρα μάτια που κοιτάς, τ’ αγέρι π’ ανασαίνεις,
τους ποταμούς, τα κρύα νερά, τα πλάγια τ’ ανθισμένα
και τα βουνά μας τα ισκιερά χαιρέτα κι από μένα.

Όμως και στη σημερινή φρενήρη εποχή μας, υπάρχουν άνθρωποι που συνειδητοποιούν τη μεγάλη σημασία που έχει για τον άνθρωπο η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Κάτω μάλιστα από την πίεση της απειλής – και σε πολλές περιπτώσεις της εφιαλτικής πραγματικότητας – της μόλυνσης ή ακόμη και της ερήμωσής του, οι άνθρωποι αυτοί γίνονται ολοένα και περισσότεροι. Και το γεγονός αυτό οπωσδήποτε αφήνει να διαφανεί μία ελπίδα.

(Κ. Μπούζας: ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑΤΑ,2008)

Παιχνίδια εξουσίας

(Ένας εφιάλτης)

Όλα ξεκίνησαν σαν ένα παιχνίδι. Τον έπεισαν ότι για να γίνει πολίτης αντάξιος της νέας εποχής, θα ‘πρεπε να ξεχάσει όσα μέχρι τώρα ήξερε για σημαντικά και που στην πραγματικότητα ήταν άχρηστα και σκουριασμένα. Να μάθει άλλα, χρήσιμα. Του κέντρισαν την περιέργεια. Κι αυτός δοκίμασε.

Και πρώτα απ’ όλα την Ιστορία του ψαλίδισαν, γιατί, όπως του ‘παν, αυτή φυτεύει το μίσος στους ανθρώπους. Λες και το μίσος δεν το φτιάχνουν οι άνθρωποι. Το ‘φτιαχναν κι όταν ακόμη δεν υπήρχε ιστορία.
Έτσι έχασε τη μνήμη του. Μαζί και κάθε ίχνος περηφάνειας για όσα κάποτε είχε κατορθώσει, μα και αυτοκριτικής για όποια στιγμή άσχημη υπήρχε. Καθώς η γνώση απουσίασε, έλειψε και ο παραδειγματισμός κι η αίσθηση ευθύνης. Και το χειρότερο. Μη γνωρίζοντας πια από πού έρχεται και προς τα πού  ήταν ο δρόμος του, δεν είχε πια προορισμό.

Ύστερα την Πατρίδα, μπρος στα μάτια του μειώσανε, γιατί, όπως του ‘παν, δεν έχουν θέση οι πατρίδες στο παγκόσμιο χωριό. Λες και σε μια πόλη δεν υπάρχουν κατοικίες, που η μια από την άλλη διαφέρει. Άλλοι οι άνθρωποι σε κάθε μια, άλλα αρέσκονται να βλέπουν, να ακούν, να κάνουν. Άλλα τα πράγματα που αγαπούν και που φροντίζουν να ‘χουν γύρω τους. Άλλα τα όνειρά τους, οι πόθοι, οι καημοί τους, τα προβλήματα.
Κι έτσι έγινε άπατρις. Δίχως τον οίκο του. Χωρίς τον δικό του χώρο έκφρασης και αυτοπροσδιορισμού. Και τελικά χωρίς ταυτότητα.

Έπειτα την ύπαρξη Θεού του αρνηθήκανε, γιατί, όπως του ‘παν, ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος δεν έχει ανάγκη από Θεούς. Ο άνθρωπος είναι δυνατός και κύριος του εαυτού του. Λες και το ένα αντιστρατεύεται το άλλο. Λες και δεν είναι ο Θεός που έτσι έπλασε τον άνθρωπο, γιατί έτσι τον θέλει. Ελεύθερο.
Κι έτσι έγινε άθεος. Και έπαψε να βλέπει προς τα πάνω. Απόδιωξε το μεγαλείο, χαμήλωσε το βλέμμα του, βυθίστηκε στην ύλη. Οι στόχοι του δεν ήταν πλέον υψηλοί. Του έλειψε η αίσθηση του χρέους. Χρέος άλλωστε σε ποιον; Μα το πιο θλιβερό απ’ όλα ήταν πως δεν είχε πια ελπίδα. Σε τι θα μπορούσε εξάλλου να ελπίζει; Ήταν πια ένας άνθρωπος που περίμενε απλά τον θάνατό του. Ένας απελπισμένος άνθρωπος.

Και ύστερα απ’ όλα αυτά, του γκρέμισαν την γλώσσα. Λιθαράκι, λιθαράκι. Τόνους, πνεύματα, πτώσεις, γράμματα, καταλήξεις, λέξεις...  Η μάθησή τους χρόνο απαιτεί πολύ, έτσι του ‘παν, και ζούμε σε φρενήρη εποχή. Λες και έλειψε ο χρόνος. Λες και δεν ξοδεύεται απλόχερα σε τόσα επουσιώδη. Και κάτι άλλο είπαν. Πως ήταν παλιομοδίτικη εκείνη εκεί η γλώσσα. Λες και τις μόδες δεν τις φτιάχνουν οι άνθρωποι. Λες και η γλώσσα είναι θέμα μόδας. Δεν είναι ανάσα, ψυχή, ζωή...

Κι έτσι έγινε ο άνθρωπος των τριακοσίων λέξεων. Με τόσες μιλούσε όλο κι όλο. Και δεν μπορούσε να εκφράσει πια υψηλές έννοιες και νοήματα. Ούτε να αποδώσει με τον λόγο του σχέσεις αιτίου και αιτιατού. Κι είναι γνωστό, πως σε ότι δεν μπορείς να δώσεις σχήμα λόγου, αυτό μένει μέσα σου βουβό, ασχημάτιστο και τελικά συμπιέζεται και μαραζώνει ώσπου να πεθάνει.
Η μόνη παραχώρηση που έκαναν, αυτή των τριακοσίων λέξεων, ήταν στην ουσία απαραίτητη γι’ αυτούς τους ίδιους. Έπρεπε να μπορεί να καταλαβαίνει τις διαφημίσεις, για τα προϊόντα τα οποία εκαλείτο να καταναλώσει και να αντιλαμβάνεται τις διαταγές τις οποίες επρόκειτο να εκτελέσει...

(Κ. Μπούζας: ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑΤΑ,2008)