Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

ΤΟ ΕΝ, ΤΟ ΠΑΝ, ΤΟ ΑΠΕΙΡΟΝ

 
1
Το Εν, το αναλλοίωτο, το πρώτο, η αιτία,
η αιώνια η δύναμη, συνάμα κι η ουσία,
μα και το αποτέλεσμα.
Ιδού μυστήριον μέγα.
Φως εκπορεύθηκε λαμπρό ο προϋπάρχων Λόγος
και δημιουργία έγινε.

2
Είναι αντικατοπτρισμός καθώς πολλοί το λένε;
Όνειρο του ονειρευτή η παρουσία της ύλης;
Το άϋλο κι αιώνιο απέκτησε εικόνα,
η ουσία εκρύβη στην μορφή που η ίδια περιέχει
κι ο δυϊσμός γεννήθηκε. Η σχέση πια υπήρξε.

3
Νόμος νοήθηκε δεινός των ταπεινών πραγμάτων ,ο Χρόνος.
Μοιραίο αποτέλεσμα γι΄αυτό που έχει αρχή.
Η ένωση εις το παρελθόν, συμμετοχή εις το παρόν
κι επίκειται εις το μέλλον,
αυτό που τώρα όλοι μας καλούμε τελευτή.

4
Υπήρξε τότε ανάγκη των μικρών αναφοράς. Ο Χώρος.
Πεδίο των υλικών του πολλαπλού. Το όριο του χρόνου.
Της κάθε αέναης κίνησης μοιραίο σκηνικό.

Ο κύκλος συμπληρώθηκε. Η Τετρακτύς εφάνη.
Και εστοχάσθη ο Κοσμών. Κι απηύθηνε Άγιο Λόγο. 
Πέντε στοιχεία επάλεψαν, πέντε στερεά υπήρξαν
και κόσμος σχηματίστηκε, η τάξις εγεννήθη.

6
Η κλεψύδρα αναστράφηκε, γάμος εφανερώθη.
Της τάξης νομοτέλεια η ύπαρξη των όντων. Ζωή, ψυχή.
Πνοή ενεφύσησε ο Νους κι ιδού μυστήριον μέγα.
Εικόνα και ομοίωση εκεί στην κορυφή.

7
Ένωση ύλης-πνεύματος. Εξέλιξη των κόσμων.
Η ανώτερη εκδήλωση γενόμενης μορφής. 
Επτά χορδές αντήχησαν στου Απόλλωνα την λύρα.
Χρώματα επτά εφάνησαν στην πύλη της ζωής.

8
Κι ύστερα απ’ την ανάπλαση, αιώνια γαλήνη.
Εις των Μουσών την κλίμακα οκτώ σταθμοί – βαθμίδες,
έργο βαρύ ανέλαβαν, το Θείο ν΄αποδώσουν.
Και αρμονία γεννήθηκε. Και ποίηση. Κι ελπίδες.
 
9
Κίνηση ατελεύτητη. Διάκριση χιτώνων.
Αέναη παλμοδόνηση της Θεϊκής ουσίας.
Κι εννέα στο στερέωμα οι χώροι οι κοσμικοί.
Κι εννέα στον εσώκοσμο οι χώροι οι μυστικοί. 
Το μέγιστο βυθίστηκε στο άπειρα μικρό
κι αυτό υψώθη αγγίζοντας τον ύψιστο ουρανό.

10
Ω Σύμπαν άπειρο, αόρατο,
ασύλληπτο στα μάτια των θνητών.
Αυτό μονάχα θα μπορούσε νάναι ο χώρος Σου
και η απόλυτη σιγή το όνομά Σου,
ή και αλλοιώς, καθώς εσύ υπέδειξες, ο Ων….
(Κ. Μπούζας: ΤΟ ΕΝ ΤΟ ΠΑΝ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟΝ, 2002)

Στα ίχνη του ορίζοντα (απόσπασμα)


Τραγουδάμε
Γιατί το τραγούδι δεν πεθαίνει...
Απλώνεται με φτερά ολόδικά του,
και φτερουγίζει ατίθασα
μες  στις ανθρώπινες ψυχές.
Σκεπάζει τους καημούς
και σπρώχνει τις χαρές μας...
                       
Ελπίζουμε
Γιατί η ελπίδα ποτέ δεν πεθαίνει...
Γιατί αν πέθαινε
θα είμαστε νεκροί κι εμείς...
Κι εμείς, σε πείσμα αυτών, όλων αυτών,
ζούμε ακόμα.

Αγαπάμε
Γιατί η αγάπη φέρνει
- και είναι - ανθρωπιά.
Η ανθρωπιά ελπίδα
- ίσως δεν σβήσαν όλα -.
Η ελπίδα επανάσταση
- κάτι φουντώνει ανεξέλεγκτα -.
Κι η επανάσταση, λαχτάρα για ζωή
-αγάπη-.
  
(Κ. Μπούζας: ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΑ, 1999)   




ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ

Θα ‘θελα να ‘χα ένα αστέρι μέσα στα πολλά.                                 
Δε  ζήτησα  το  πιο  λαμπρό,
γιατί  τ' αστέρι  το  λαμπρό
τα μάτια μη τυχόν φοβάμαι μου θαμπώσει.
Τα μάτια μου που στου χειμώνα τη μουντή βροχή
λησμόνησαν  το  φώς.
Αρκεί να φέγγει όσο εγώ μπορώ να δω.
Ας είναι ένα απ' τα πολλά, φτάνει να ‘ναι δικό μου.            
Ούτε το θέλησα να είναι στη κορφή του ουρανού,              
γιατί τ' αστέρι το ψηλό θέλει δρόμο πολύ για να το φτάσεις,          
κι άμα τ' αγγίξεις, χέρια να έχεις πρέπει δυνατά να το κρατήσεις.
Ας είναι εκεί στο βάθος, ν' αχνοφέγγει δίπλα στο βουνό,   
στο όριο του ορίζοντα, φτάνει να ‘ναι δικό μου....
  
(Κ. Μπούζας: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΔΡΟΜΟΙ, 1993)   

Μαρτυρίες μνήμης



«Ως προς εμέ, οτιδήποτε και αν συμβεί, θα αποθάνω Έλλην»
Σατωμπριάν

Οι μεγάλοι άφρονες των σύγχρονων καιρών, που λογαριάζουν τα πάντα με το χρήμα, μαύρη απόφαση στην εποχή μας πήραν. Και είπαν, θα διαγράψουν πατρίδες που είναι μικρές με τα δικά τους μέτρα, μα κι ιστορίες που απλώνονται στο παρελθόν πολύ. Σημερινοί Προκρούστες, θεώρησαν πως χρέος είχαν, ν’ αποκόψουν αυτά που δεν τους ήταν αρεστά, και δεν τους φαίνονταν σημαντικά. Εξ άλλου, κάτι υπάρχει μόνο όσο το θυμάσαι, είπαν.
Κάτι υπάρχει όσο το θυμάσαι, είπαμε κι εμείς. Και προσκλητήριο νεκρών ευθύς αμέσως κάναμε, για να μιλήσουν, όλοι τους μάρτυρες υπεράσπισης, για μας και για την χώρα μας.

Και μπρος στου Συμβουλίου τους το βήμα, το φρικτό, πρώτος ο Γκαίτε στάθηκε. Με ύφος που έδειχνε βαθιά επίγνωση της σοβαρότητας της κατάστασης, μέτρησε αργά τα λόγια του: Ότι είναι ο νους και η καρδιά για τον άνθρωπο, είναι για την ανθρωπότητα η Ελλάς. Κι αν από νέος είχα διαβάσει τα μεγάλα έργα των Αρχαίων Ελλήνων, δεν θα έγραφα ποτέ. Πίσω του ακριβώς περίμενε ανυπόμονα ο Πασκάλ. Χωρίς να καθυστερήσει καθόλου, σαν να τον έπνιγαν οι ίδιες του οι σκέψεις, πήρε το λόγο: Εκτός από τις τυφλές δυνάμεις της φύσεως, κάθε τι άλλο που ξεχωρίζει μέσα στον ανθρώπινο πολιτισμό, έχει Ελληνική και μόνο προέλευση.

Υπήρχε ήδη μια σειρά επωνύμων που περίμενε. Κι εμείς, συγκινημένοι απ’ την ανταπόκρισή τους στο κάλεσμα αυτό, απλά ακούγαμε. Κι ήταν ο Σέλλεϋ τώρα που μιλούσε: Όλοι είμαστε Έλληνες. Οι νόμοι μας, η φιλοσοφία μας, η θρησκεία μας, η τέχνη μας, έχουν τις ρίζες τους στην έξοχη Ελλάδα. Και ο Βίκτωρ Ουγκώ συμφώνησε μαζί του: Ο κόσμος είναι η διαστελλόμενη Ελλάς και Ελλάς είναι ο συστελλόμενος κόσμος. Το ίδιο και ο Μπόρχες: Όλοι είμαστε Έλληνες, όλη η Δύση είναι Ελλάς, όλοι οι Δυτικοί είναι Έλληνες εν εξορία.

Το βλέμμα όλων στο Συμβούλιο παρέμενε ανέκφραστο, σκληρό. Έδειχναν να μην συγκινούνται απ’ το παγκόσμιο προσκλητήριο αυτό. Αντίθετα, φαίνονταν να πεισμώνουν. Κι όταν στο βήμα ο Βολταίρος στάθηκε, έκανε μια τελευταία προσπάθεια, μήπως τους συνεφέρει: Στην Ελλάδα οφείλουμε τα φώτα μας και το σύνολο των αρετών μας. Κι ο Έρασμος, με τη σειρά του, έδωσε έναν ακόμη πιο δραματικό τόνο: Χωρίς την Ελληνικότητα δεν είμαστε τίποτε. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε κι ο λόγος του Τολστόϊ: Χωρίς Ελληνομάθεια δεν υπάρχει παιδεία.

Τριγύρω απλωνόταν η σιωπή. Μόνο τα λόγια των μαρτύρων ηχούσαν σαν ήχοι δυνατοί κι υπόκωφοι συνάμα, που έφταναν από μακριά. Κι ο Νίτσε και ο Μαρξ με ειλικρίνεια διακήρυξαν: Μέρα με την μέρα γινόμαστε περισσότερο Έλληνες. Κι ο Λένιν σαν πήρε την σκυτάλη: Μόνο όσοι γνωρίζουν την Ελληνική γλώσσα μπορούν να σκέπτονται και να ενεργούν σωστά.
Ήταν ατέλειωτη ετούτη η σειρά. Όλοι τους, συνεπείς στο προσκλητήριο, περίμεναν. Απ’ το σημείο που βρισκόμασταν, μπορούσαμε να διακρίνουμε τον Έλλιοτ, τον Ρενάρ, τον Χέγκελ, τον Ρομιγύ, τον Μπέρναρ Σω, τον Γκαρωντύ, τον Λάϊμπνιτς, τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ, τον Σίλλερ, τον Σοπενχάουερ, τον Σατωμπριάν, τον Τσώρτσιλ, τον Ρούσβελτ, τον Ντε Γκωλ, τον Καρλ Σάγκαν, τον Αλμπέρ Καμύ και τόσους άλλους. Κι όλοι τους με την σειρά, χωρίς καμιά εξαίρεση, επανέλαβαν με παρρησία, για ακόμη μια φορά, όσα είχαν πει όταν ζούσαν.

Τελευταίοι μπροστά τους σταθήκαμε εμείς, οι ζωντανοί φορείς της μνήμης. Και τους δηλώσαμε ευθαρσώς, πως την αρμοδιότητα του Συμβουλίου τους αμφισβητούμε. Γιατί η αλήθεια απλώνεται στον χώρο και στον χρόνο. Και κανείς δεν είναι πάνω απ’ τον χρόνο. Ούτε κι αυτοί ακόμη. Και κάτι άλλο. Θέσαμε θέμα οριστικής διαγραφής τους από του μέλλοντος την Ιστορία...

(Κ. Μπούζας: ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑΤΑ,2008)