Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Ημέρες αγάπης

Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα. Γι’ άλλον ένα χρόνο θα ‘δενε κόμπο την ψυχή του και θα’ κανε υπομονή ώσπου να περάσουν οι γιορτές.
Όχι, δεν ήταν άθεος, ούτε είχε κάτι συγκεκριμένο που να τον βασάνιζε τον καιρό αυτό. Η μοναξιά ήταν, που τις μέρες αυτές της αργίας θέριευε και δάγκωνε την καρδιά του, σαν το ανήμερο θεριό. Αυτή η ύπουλη, ανελέητη, απελπιστική μοναξιά.

Υπάρχει τρόπος να την πολεμήσεις... Τα λόγια του γέροντα ήρθαν να τον γεμίσουν μ’ ερωτηματικά. Κι εκείνος συνέχισε: Ψάξε... Ψάξε για τον αδερφό σου στα νοσοκομεία. Εκεί που οι άνθρωποι καρτερούν για έναν λόγο παρηγοριάς, για ένα άγγιγμα του χεριού. Για μια ανάσα ζωής, για μια ζεστή ματιά. Ψάξε για τον γιό σου ή την κόρη σου στα ορφανοτροφεία. Εκεί που τα παιδιά αναρριγούν για μια σταγόνα γέλιου και χαράς. Για ένα παραμύθι, ένα αστείο. Ίσως κι ένα μικρό, τόσο δα παιχνιδάκι. Ψάξε και για τον πατέρα και τη μάνα σου, εκεί, στα πεζοδρόμια που συχνάζουν οι επαίτες, αυτά τα ναυάγια της ζωής. Κι αν δεν θέλεις να φτάσεις τόσο μακριά, δεν έχεις παρά να χτυπήσεις την πόρτα του διπλανού σπιτιού που σε χρειάζεται, γιατί πάντοτε και σε κάθε δρόμο υπάρχει ένα τέτοιο σπίτι κι είσαι ευπρόσδεκτος σ’ αυτό. Ψάξε...

Εκεί που έδειχνε να τελειώνει, φάνηκε να θυμήθηκε κάτι ακόμη. Με μια λάμψη στα μάτια, συνέχισε: κάποτε έσκυψα κι έσφιξα το χέρι ενός ηλικιωμένου επαίτη, ζητώντας του συγγνώμη που δεν βρήκα στην τσέπη μου κάτι να του δώσω. Ξέρεις τι μου απάντησε; Αν γνώριζες πόσο καιρό έχει να μου σφίξει άνθρωπος το χέρι με αγάπη. Μου έδωσες το παν...

(Κ. Μπούζας: ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ, 2009)


Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

      Κάποιος γεωγράφος θα περιέγραφε τον τόπο αυτό, ως κείμενο στο Νοτιοανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, και σε γεωγραφικό πλάτος περίπου 40 μοιρών, εκτεινόμενο δε σε έκταση 132.000 (περίπου) τετραγωνικών χιλιομέτρων. Άλλος, εθνολόγος, θα κατέτασσε τους κατοικούντες σ΄ αυτόν τον τόπο στην Ελληνική φυλή, ενός εκ των τεσσάρων κλάδων (του πλέον ολιγάριθμου) της λευκής φυλής. Τέλος, το χειρότερο, κάποιος στατιστικολόγος ίσως θα ομιλούσε περί του αριθμού γεννήσεων της εθνότητας αυτής, θα διαπίστωνε το πρόβλημα της υπογεννητικότητας και αναμφίβολα θα έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου της επερχόμενης πληθυσμιακής συρρίκνωσης και ενδεχομένως κάποιας μεταγενέστερης ολοκληρωτικής εξαφάνισης.
      Αυτά τα στοιχεία θα παρέθετε, αναφερόμενος στην Πατρίδα αυτή, καθένας που δεν αναβαπτίσθηκε στα νερά της Κασταλλίας πηγής, καθένας που δεν ένιωσε ούτε για μια στιγμή μέσα του να ρέει έστω και μια σταγόνα από τον Ιχώρα των αρχαίων θεών.
      Αντίθετα κάποιος Έλληνας, κάτοικος της Πολιτείας Ελλάδος ή μη, θα διεκήρυττε για όλα τα πανανθρώπινα υψηλά ιδανικά που σ΄αυτόν εδώ τον τόπο και από αυτόν εδώ το λαό γεννήθηκαν. Θα θύμιζε ότι η Ελλάδα υπήρξε στην ιστορία της ανθρωπότητας η μόνη δύναμη που κέρδισε αυτόν τον τίτλο προσφέροντας και όχι αποσπώντας. Θα θύμιζε ακόμη ότι τα αρχέτυπα ενός έθνους δεν σβήνουν ποτέ. Πάντα σ΄αυτόν τον τόπο θα γεννιούνται Ίκαροι, Λεωνίδες, Ορφείς με τον αρχαίο σπόρο να ρέει μέσα τους και να ωθεί αέναα σε πράξεις – σύμβολα για τον άνθρωπο.
      Κάποιος Έλληνας ακόμη θα έκρουε στην ανθρωπότητα τον κώδωνα του κινδύνου, λόγω της μη συνεχούς αναβάπτισής της στο Ναό των πανανθρώπινων αξιών, και το χειρότερο της τοποθέτησής της σε σχέση με αυτόν σε αντίπαλη στάση. Όποιος αντιπαλαίει με την ιστορία του, έχει λανθασμένη ιδέα για το παρόν του και αγνοεί το μέλλον του.
      Τέλος, κάποιος Έλληνας με πολύ απλά λόγια θα έλεγε – προς κάθε κατεύθυνση – ότι εδώ, στη χώρα των Μουσών, γεννήθηκε ο λυρισμός και η ομορφιά. Σαν άλλοτε και τώρα, κοντά στις Μούσες γεννιέται το κάλλος και η ποίηση, και από εδώ παντού, με την προϋπόθεση της συνεχούς αναβάπτισης. Και αυτός ο Έλληνας, ο κάθε Έλληνας, μια και καλή θα θύμιζε ότι μερικά πράγματα δεν είναι – ποτέ δεν ήταν – θέμα γιγαντισμού. Η πηγή φωτός είναι πάντοτε σαν έκταση,ασυγκρίτως μικρότερη του χάους το οποίο καλείται να φωτίσει.

(Κώστας Μπούζας: 2014)

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

ΛΟΓΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ


Σαν κοίταξε ψηλά
το πρόσωπό του γλύκανε,
καθώς το λούσανε
χρώματα από λιόγερμα.
Κι ο λόγος κύλησε γλυκός…….

Αγάπησε τους γύρω σου.
Μάθε ότι η χαρά η μεγάλη
να δίνεις είναι,
δίχως αντάλλαγμα κανένα.
Κατόρθωσε να χάνεις
και να συγχωρείς.
Και να κατανοείς.
Με τα μικρά κι ελάχιστα να χαίρεσαι.
Την ευλογία νοιώσε την ασύλληπτη,
να είσαι μέσα στους ανθρώπους,
μα και στη φύση,
το έργο του Θεού.
Δες πόσο χαριτωμένα όλα γύρω είναι.
Αισθάνσου, συγκινήσου, συγκλονίσου….

Και τον εαυτό σου να γνωρίσεις.
Ποιος άραγε στ΄ αλήθεια είσαι.
Ευτυχισμένο τι σε κάνει.
Και να εξασκηθείς ν’ ανακαλύπτεις
κάθε στιγμή μες στη ζωή,
τον θεϊκό σπινθήρα μέσα σου.
Και τότε αυτός να σ΄ ανεβάζει
σε ουράνιες σφαίρες
και χώρους ιδεών.
Και να δονείται η ψυχή σου
από συγκινήσεις υψηλές.
Και σε συντονισμό να έρχεσαι
μ’ ανώτερους παλμούς
και με ευγενικές ψυχές.

Και την ιδέα σου βαθειά να την πιστεύεις,
χωρίς αυτούς που διαφωνούν να τους χλευάζεις.
Την επιθυμία σου να σταματάς,
σαν πρόκειται τον άλλο να πληγώσεις.
Κι αυτόν που σού επιτίθεται να συγχωρείς.
Στην ευχή σου για τον άλλο να ζητάς.
Ν’ ανέχεσαι όποιον από σένα διαφέρει,
χωρίς οργή, αλλά με κατανόηση.
Αυτός ο κόσμος για όλους έχει μία θέση
γι’ αυτό και είναι τέλειος.

Και να είσαι μεγαλόκαρδος
στην αδικία την κατάφωρη
και στη μεγάλη θλίψη.
Και όχι μόνο να δεχτείς
πάνω σου το αφόρητο,
αλλά αν είναι δυνατόν
και άλλων το μερίδιο
στην πίκρα να σηκώσεις…..

Τα μάτια του χαμήλωσε
κι άφησε ν’ απλωθεί η σιωπή.
Ο σπόρος, πάντα το 'λεγε, σαν πέσει,
αν και κρυμμένος στην αρχή,
δουλεύει μυστικά μέσα στης γης
την στοργική αγκαλιά.
Κι η δύναμή του, η αγάπη του σπορέα.


(Κώστας Μπούζας : ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΓΡΑΦΗΣ, 2008)

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ (Μια ποιητική ματιά)


Εν αρχή ην ο προϋπάρχων Λόγος, ο ποιητικός. Εν αρχή ην και ο Θείος Έρως. Και τα αρχέτυπα σύμβολα – ιδέες.


Εν αρχή ην, ποιητική αδεία, και ο ποιητής. Σκοπός του, μαζί κι όνειρο, να ψαύσει το νήμα της Δημιουργίας, απ’ τη στιγμή την πρώτη ίσαμε το τέλος, και μαρτυρία να χαρίσει με τον στίχο του. Κτήμα ανθρώπων ες αεί.
Και εστοχάσθη ο Κοσμών τα Σύμπαντα κι απηύθυνε Άγιο Λόγο. Γεννηθήτω Φως. Κι ιδού μυστήριον μέγα. Φως εκπορεύθηκε λαμπρό ο προϋπάρχων Λόγος. Το Έν, το αναλλοίωτο, το πρώτο, η αιτία. Το άϋλο κι αιώνιο απέκτησε εικόνα. Η αστείρευτη η δύναμη, συνάμα κι η ουσία, κρύφτηκε μέσα στην μορφή που η ίδια περιέχει. Η ύλη πια γεννήθηκε. Η Δημιουργία υπήρξε.


Είναι ο Ών, άρθρωσε λόγο ο ποιητής. Κι ήταν το μόνο – ή το όλον – που κατόρθωσε να πει.
Νόμοι, τότε, νοήθηκαν δεινοί των ταπεινών πλασμάτων. Ο Χρόνος, μοιραίο αποτέλεσμα γι’ αυτό που έχει αρχή. Ο Χώρος, το όριο του χρόνου. Πεδίο εκδήλωσης της ύλης. Της κάθε κίνησης μοιραίο σκηνικό.


Κι ο ποιητής ένοιωσε δέος. Κι εκφράστηκε με μύθο.
Ο Κύκλος συμπληρώθηκε. Η Τετρακτύς εφάνη. Τέσσερις οι ορίζοντες. Το ίδιο οι εποχές. Και τα στοιχεία τέσσερα, μαζί και ο λεπτοφυής αιθήρ, ο μορφοποιητής. Και τα στοιχεία πάλεψαν. Κόσμος εσχηματίσθη. Η Τάξις εγεννήθη.


Κι ο ποιητής το κάλλος θαύμασε. Και το ανείπωτο τραγούδησε με ύμνο.
Και ο Νους εμφύσησε πνοή. Της τάξης ύψιστη στιγμή, η ύπαρξη των όντων. Ζωή, ψυχή. Κι ιδού μυστήριον μέγα. Εικόνα και ομοίωση, εκεί στην κορυφή. Ένωση ύλης – πνεύματος.


Κι ο ποιητής, συνεπαρμένος πια, φαντάσθηκε. Και δύναμη φυσική δεν αντιτάχθηκε όπου υπήρξε αγάπη. Και Τέχνη δημιουργήθηκε για χάρη τόσου κόπου. Έργα λαμπρά σμιλεύτηκαν. Στον πόθο τον ανθρώπινο δόθηκε ατραπός.


Κι ο ποιητής, σίγουρος πια γι’ αυτόν τον δρόμο που 'χε πάρει, ερεύνησε. Εράν το ευ, το σύνθημά του. Και γνώρισε αλήθειες. Και γράμματα σχημάτισε. Και σκέψεις αποτύπωσε.
Ηγέτες τότε φάνηκαν πολλοί κι οδήγησαν τα πλήθη. Πεφωτισμένοι οδηγοί σε δρόμους βάδισαν σοφίας κι αρετής. Και πριν χαθούν κατέδειξαν. Πάντοτε με παράδειγμα. Πολλές φορές και με εκούσια – σαν του Σωκράτους – υπέροχη θυσία.


Ακούω το τραγούδι του ποιητή. Φωτιά γενναία που δεν σταματάς να καις. Φύσημα που δεν κόπασες ποτέ σου, φούσκωσε κι άλλο τα πανιά, γι ακόμα πιο ψηλά. Χάρος μην σε τρομάξει. Το άγνωστο μη φοβηθείς. Ψέμα να μην καταδεχτείς ποτέ για παρηγόρια. Σαν έτοιμος από καιρό, σαν εσέ που αξιώθηκες μια τέτοια χάρη, ατένισε…..
Γαλήνη, αρμονία, ομορφιά. Το μέγιστο βυθίστηκε στο άπειρα μικρό, κι αυτό υψώθη αγγίζοντας τον ύψιστο ουρανό.

Κι ο ποιητής, μαγεμένος, θέλει ν’ απλωθεί και την Ουράνια Πατρίδα του ν΄αγγίξει. Κι αγωνιά, καθώς φοβάται για το τέλος του Σύμπαντος, αυτού του αγαπημένου του, που κάποτε θα έρθει. Μα πάλι μέσα του υπάρχει η ελπίδα. Σύμπαντα και άλλα ίσως να υπάρχουν. Κι εξ άλλου, ο Λόγος ο προϋπάρχων, ο ποιητικός, κι ο Θείος Έρως, θα υπάρχουν πάντα. Ίσως να φτιάξουν νέους ουρανούς. Το τέλος τότε θα 'ναι μια αρχή.


Κι ο ποιητής τότε προσεύχεται, άνω θρώσκων, σε μια παρουσία παντοδύναμη, γεμάτη αγάπη. Απέραντη κι ασύλληπτη μαζί. Στο άπειρο αναζητά το σώμα της και στην απόλυτη σιγή το όνομά της…..


Αγγίζοντας το τέλος, υπάρχει ακόμη ο ποιητής. Αυτός που μέσα στου χρόνου τη ροή άρθρωσε λόγο. Ένοιωσε δέος και μύθο διατύπωσε. Το κάλλος θαύμασε και έκφρασε τ’ ανείπωτο. Τον συνεπήρε η ομορφιά. Φαντάστηκε, ερεύνησε αλήθειες, τραγούδησε, μαγεύτηκε. Το βλέμμα του ύψωσε ψηλά και προσευχήθηκε.


Υπάρχει, κατά χάριν, ακόμη ο ποιητής. Για να μπορεί μορφές να πλάθει απ’ τον θαυμασμό μας. Στο επιφώνημά μας να χαρίζει εικόνα. Για να ανακαλύπτει διαρκώς ποιός και τι μέσα στο χάος δεν είναι χάος, και να του δίνει διάρκεια. Και να του δίνει χώρο.

(Κώστας Μπούζας, 2014)

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Α Λ Φ Α Β Η Τ Ο

Αγία Τριάς, εις το όνομά σου η συγκέντρωσις προσώπων, 
υμνούντων δόξαν θεϊκήν 
και κοινονούντων της αφύπνισης του νου.

Βουή αντήχησε ψηλά απ’ τα βουνά και εδαμάσθη 
και φίλη έγινε πιστή των ημερών της σχόλης.
Ακόμη και απόλαυση.

Γραφή εγεννήθη ως η πεμπτουσία του νου 
και η παλίνδρομος η κίνηση γωνιωδών αιχμών 
σε δημιουργία οδήγησε.

Δύναμις φυσική δεν αντιτάχθηκε όπου υπήρξε αγάπη.
Κι αυτός που πόθησε την χάρη αξιώθηκε.

Είναι ανέκραξε ο Πλούταρχος, 
αιώνιος και άχρονος – ή διαχρονικός
Κι ήταν το μόνο – ή το όλον – που κατόρθωσε να πει.

Ζωή κατενοήθη τότε ως διαφόρων σύζευξις.
Ως μία συνένωσις ζώσας ψυχής και ύλης.

Μίας πνοής ουράνιας κι ενός μανδύα φτηνού.

Ηγέτες εμφανίστηκαν πολλοί κι οδήγησαν τους όχλους.
Οδηγητές πεφωτισμένοι σε ατραπούς εβάδισαν σοφίας κι αρετής.
Και πριν χαθούν κατέδειξαν.
Πάντοτε με παράδειγμα.
Πολλές φορές και με εκούσια - σαν του Σωκράτους – υπέροχη θυσία.

Θεέ μου εσύ! Ακοίμητε και παντεπόπτη οφθαλμέ. 
Σταυρέ που αγκάλιασες τον χώρο όλο.
Βλέφαρα που ποτέ τους δεν σταθήκαν σφαλιστά.

Ισχύς το σκήνωμά μας το φθαρτό ενεπότισε 
και πάντα κατά χάριν.
Καθώς προείπεν ο Ερμής, ο επωνομασθείς Τρισμέγιστος,
για υπηρεσία του έργου του Ενός στα ταπεινά πεδία.


Κρότος Σημάδι αλάνθαστο διεργασίας γενομένης.
Μετασχηματισμός, δημιουργία, εργασία.

Λας . Ως λας η σύζευξις ομοειδών και ομοφύλων.

Μορφή εγεννήθη από την ένωση.

Νους εστοχάσθη ατενίζοντας την αέναη ροή.

Ξένος ευρέθη τότε μέσα σ΄όλα αυτά,
Αυτός που μάζεψε την δύναμη πολλών,
Αφού τους εξαφάνισε.
Και σύγχυση στον κώδικα επέφερε. Και παραπλάνησε.

Όραση δεν ευρέθη ανθρώπου ικανή 
να διαλύσει το σκοτάδι 
κι ας προσπαθούσε όσο το μπορεί.
Το οπτικό πεδίο σταματούσε εκεί στης πλάνης την αρχή.
Έτσι το όνομα παρέμενε ατελές, μα περιμένοντας.

Πεδίον πάντως καθορίστηκε, 
έστω και κατά μίμηση που ήταν ατελής.
Γιατί ο άνθρωπός μας επιτέλους γνώρισε – ή υποψιάστηκε –
πως ο Θεός αεί γεωμετρεί.

Ροή αργότερα ενεπνεύσθει – αφού ανακάλυψε –
υδάτων κι ενεργείας.
Αέναη κίνηση των πάντων.
Ύλης και πνεύματος.
Και ο Ηράκλειτος σε μια γωνιά,
Από της Ειμαρμένης το ασήκωτο φορτίο κουρασμένος,
Με στωικότητα μονολογεί, πάντα χωρεί.

Στήθος...Ανάσα...Άνθρωπος
στην δίνη των ανώριμων καιρών.
Κι ο Σίσυφος στο βάθος, νάτος, ξαναρχίζει.

Τέχνη γεννήθηκε και πάλι κατά χάριν τόσου κόπου.
Έργα λαμπρά σμιλεύτηκαν.
Στον μόχθο τον ανθρώπινο δόθηκε ατραπός.

Υδρία στάθηκε της αφθονίας το σύμβολο,
Αφού δηλοί συγκέντρωση υγρών.
Και ενεργείας συμπλήρωσε ο Νους.
Ο Παλαμήδης το σήμα επενόησε ο Όμηρος διαιώνισε….

Φωτιά γενναία που ακόμη σιγοκαίς.
Φύσημα που δε κόπασες ποτέ σου,
φούσκωσε πάλι τα πανιά. Γι΄ακόμη πιο ψηλά….

Χάρος μην σε τρομάξει. Ούτε άλλος που βρίσκεται ενδιάμεσα.
Του αγνώστου τον φόβο μην καταδεχτείς.
Οι δρόμοι δένουν χιαστί μόνο για μια στιγμή.
Η ενδιάμεση κατάσταση τελειώνει κι ο αιώνας προχωρεί.

Ψέμμα ποτέ σου μην δεχτείς για παρηγόρια.
Είναι κι αυτό που απατά, όπως παλιά, - θυμάσαι; -,
όταν ξένος ευρέθη μέσα σ΄όλα αυτά.
Σαν έτοιμος από καιρό,
σαν εσέ που αξιώθηκες μια τέτοια χάρη,
ατένισε…

Ω χώρε απέραντε, ασύλληπτε.
Ω παρουσία παντοδύναμη γεμάτη αγάπη.
Το άπειρον μονάχα είναι ο χώρος σου
κι η σιωπή το όνομά σου ανεκλάλητε.
Γι' αυτό κι εγώ, ύπαρξη ασήμαντη,
σαν θέλω να σε προσφωνώ,
δεν βρήκα τίποτε άλλο από κάτι,
που όπως όλοι μας το ήξερα – κι ας μην το γνώριζα – καιρό.
Το Άλφα κι το Ωμέγα.

(Κ. Μπούζας: ΤΟ ΕΝ ΤΟ ΠΑΝ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟΝ, 2002)