Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

ΛΟΓΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ


Σαν κοίταξε ψηλά
το πρόσωπό του γλύκανε,
καθώς το λούσανε
χρώματα από λιόγερμα.
Κι ο λόγος κύλησε γλυκός…….

Αγάπησε τους γύρω σου.
Μάθε ότι η χαρά η μεγάλη
να δίνεις είναι,
δίχως αντάλλαγμα κανένα.
Κατόρθωσε να χάνεις
και να συγχωρείς.
Και να κατανοείς.
Με τα μικρά κι ελάχιστα να χαίρεσαι.
Την ευλογία νοιώσε την ασύλληπτη,
να είσαι μέσα στους ανθρώπους,
μα και στη φύση,
το έργο του Θεού.
Δες πόσο χαριτωμένα όλα γύρω είναι.
Αισθάνσου, συγκινήσου, συγκλονίσου….

Και τον εαυτό σου να γνωρίσεις.
Ποιος άραγε στ΄ αλήθεια είσαι.
Ευτυχισμένο τι σε κάνει.
Και να εξασκηθείς ν’ ανακαλύπτεις
κάθε στιγμή μες στη ζωή,
τον θεϊκό σπινθήρα μέσα σου.
Και τότε αυτός να σ΄ ανεβάζει
σε ουράνιες σφαίρες
και χώρους ιδεών.
Και να δονείται η ψυχή σου
από συγκινήσεις υψηλές.
Και σε συντονισμό να έρχεσαι
μ’ ανώτερους παλμούς
και με ευγενικές ψυχές.

Και την ιδέα σου βαθειά να την πιστεύεις,
χωρίς αυτούς που διαφωνούν να τους χλευάζεις.
Την επιθυμία σου να σταματάς,
σαν πρόκειται τον άλλο να πληγώσεις.
Κι αυτόν που σού επιτίθεται να συγχωρείς.
Στην ευχή σου για τον άλλο να ζητάς.
Ν’ ανέχεσαι όποιον από σένα διαφέρει,
χωρίς οργή, αλλά με κατανόηση.
Αυτός ο κόσμος για όλους έχει μία θέση
γι’ αυτό και είναι τέλειος.

Και να είσαι μεγαλόκαρδος
στην αδικία την κατάφωρη
και στη μεγάλη θλίψη.
Και όχι μόνο να δεχτείς
πάνω σου το αφόρητο,
αλλά αν είναι δυνατόν
και άλλων το μερίδιο
στην πίκρα να σηκώσεις…..

Τα μάτια του χαμήλωσε
κι άφησε ν’ απλωθεί η σιωπή.
Ο σπόρος, πάντα το 'λεγε, σαν πέσει,
αν και κρυμμένος στην αρχή,
δουλεύει μυστικά μέσα στης γης
την στοργική αγκαλιά.
Κι η δύναμή του, η αγάπη του σπορέα.


(Κώστας Μπούζας : ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΓΡΑΦΗΣ, 2008)