Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται

Τσακισμένος καθώς ήταν απ’ την πολύωρη δουλειά δεν τον κρατούσαν τα πόδια του κι έγειρε να ξαποστάσει για λίγο στον καναπέ του σαλονιού. Είχε ακόμη αρκετή ώρα ως την περιφορά του Επιταφίου. Όχι ότι έβρισκε κάποιο ιδιαίτερο νόημα στο να ακολουθήσει και φέτος την πομπή. Το έβλεπε πιο πολύ σαν μια όμορφη συνήθεια, ενταγμένη στο τυπικό της θρησκείας, τίποτε όμως περισσότερο. Βέβαια για μια ακόμα φορά θα έκανε το χατίρι της γυναίκας και των παιδιών του. Άξιζαν στο κάτω κάτω να τους αφιερώσει λίγη ακόμη κούραση.

Όχι, δεν ήταν άθεος ο Θωμάς. Βαθιά μέσα του δεχόταν την ύπαρξη του Θεού κι όχι σπάνια απευθυνόταν σ’ Αυτόν τις δύσκολες στιγμές. Και ένοιωθε πως το καλό αποτελεί μονόδρομο και χρέος. Απλά ήταν ένας άνθρωπος των σύγχρονων καιρών, σαν όλους μας. Πολύ κουρασμένος απ’ όλα αυτά που έπρεπε να φροντίσει, πολύ συγχυσμένος από όλα αυτά που έπρεπε να βλέπει και να ακούει καθημερινά. Και τελικά αμφισβητίας ή και αρνητικός ακόμη, απέναντι σε κάθε τι που ξέφευγε απ’ ότι του είχαν μάθει πως είναι η ζωή.
Η τηλεόραση είχε μια εκπομπή σχετική με την ημέρα. Μεγάλη Παρασκευή σκέφτηκε και θυμήθηκε τον εαυτό του, μικρό παιδάκι στο χωριό, στην κεντρική πλατεία. Κι η αγωνία του μην στάξει το κερί στην καθαρή του μπλούζα. Και μην το αεράκι που σηκώθηκε σβήσει την αδύναμη φλογίτσα. Και το άρωμα των λουλουδιών από τον Επιτάφιο. Αμέτρητες οι μοσχοβολιές. Όσες και τα χρώματα ακριβώς. Χιλιάδες χρώματα, έτσι τα έβλεπε με τα μάτια που ‘χε τότε. Και πιο ύστερα: Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδυ σου το κάλλος; Τότε... Σήμερα όμως; Ποιο άραγε το νόημα;

Δεν το κατάλαβε πότε ακριβώς αποκοιμήθηκε. Για την ακρίβεια δεν το αντιλήφθηκε καν ότι αποκοιμήθηκε. Το συμπέρανε όμως -το μυαλό του συνέχιζε να δουλεύει σαν ξύπνιο- απ’ αυτό που έβλεπε μπροστά του και που το δίχως άλλο ήταν όνειρο. Και ήταν μια εικόνα παγωμένη, λες και το πάτημα κάποιου αόρατου κουμπιού είχε ακινητοποιήσει τα πάντα στην μετέωρη στάση τους. Κι είδε εκρήξεις και χαλάσματα, μα και κορμιά να σφαδάζουν μ’ αγωνία ανάμεσα στα ερείπια, κάτω απ’ το ασήκωτο βάρος. Σύννεφο η σκόνη και κραυγές κοφτές, πνιχτές και αίμα. Πόσο αίμα... Και μια παγωνιά θανάτου να εισβάλει απ’ τις νευρικές απολήξεις στα μουδιασμένα δάχτυλα, να διατρέχει την κάθε ραχοκοκαλιά ξεχωριστά και τελικά να θρονιάζεται σε πρόσωπα άναυδα, με δέρμα τόσο τεντωμένο, λες και προσπάθησαν να τινάξουν από πάνω τους, την ύστατη στιγμή, την ανείπωτη φρίκη. Και η ανάσα όλο και πιο δύσκολη, σαν ρόγχος. Κι ο τρόμος, άγριο θεριό, τα σωθικά να του δαγκώνει. Και το στήθος του να καίει. Ήταν και ο ίδιος πληγωμένος;...

Τότε ήταν που άκουσε για πρώτη φορά, μέσα στο νου του, εκείνη την βροντερή φωνή. Και λες κι έβγαινε από τον ίδιο, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν ήτανε δική του. Σίγουρα άλλος ήτανε και του μιλούσε: αυτή είναι η Βαγδάτη. Εδώ σταυρώθηκε εφέτος ο Χριστός.
Και είδε άμμο της ερήμου και σφιγμένα πρόσωπα. Κι αισθάνθηκε πείνα αφόρητη και αντιλήφθηκε ότι ένοιωθε όσα νοιώθουν. Κι είδε παιδιά σκελετωμένα, να πίνουν βρώμικο νερό από λασπόνερα, δίπλα δίπλα με τα ζώα. Κι είδε μαννάδες να κλαίνε βουβά, κρυφά πίσω από μαντήλες. Κι είδε κι εκείνο το παιδί. Με δέρμα από έβενο και μάτια που άστραφταν σαν πολύτιμα πετράδια. Κι η λάμψη τους να χάνεται λίγο λίγο, μέχρι να σβήσει τελικά. Και το κεφαλάκι του να γέρνει τότε άψυχο, στης μάνας του την τρυφερή αγκαλιά.
Αρκούσανε τα αποφάγια σας. Πολιτισμένοι..., ακούστηκε και πάλι η φωνή. Εδώ είναι το Σουδάν. Κι εδώ σταυρώθηκε εφέτος ο Χριστός.

Και οι εικόνες άρχισαν να αλλάζουν με ταχύτητα. Κι είδε παιδιά, επίτηδες ακρωτηριασμένα, να ζητιανεύουν στην Ινδία. Κι είδε ανήλικα κορίτσια, ακόμα και παιδιά, να εκδίδονται ομαδικά στην Ταϊλάνδη. Κι είδε ανθρώπους να πουλάν τα όργανα του σώματός τους, τα χρόνια τους, την ίδια τη ζωή τους, στο Πακιστάν. Κι είδε τους σκλάβους των σύγχρονων καιρών, ολάκερες καραβιές, να φορτώνονται απ’ τους δουλεμπόρους στα λιμάνια της Τουρκίας. Κι εδώ σταυρώθηκε εφέτος ο Χριστός. Κι εδώ... κι εδώ... κι εδώ...

Στην εικόνα την τελευταία που είδε πριν ξυπνήσει, θυμάται καθαρά μια εκκλησούλα φτωχική και μες στο σκοτάδι, κρυφά, τον Επιτάφιο να στολίζουν. Ευλαβικά και αθόρυβα. Και τα παιδιά να αφήνουν τα ταπεινά τους λουλουδάκια, λουλούδια του αγρού. Κι απ’ τα καντήλια το χλωμό το φως στους πέτρινους απάνω τοίχους να τρεμοπαίζει και να σταματάει εκεί, στα κλειστά παραθυρόφυλλα.
Και για μια φορά ακόμη, την τελευταία, αντήχησε η φωνή αυτή η βροντερή: Όσο σκλαβιά θα υπάρχει, όσο ο άνθρωπος θα στερεί από τον άνθρωπο αυτό που χάρισε απλόχερα ο Θεός, θα συνεχίσει να σταυρώνεται ο Χριστός. Σ’ όλη τη γη, σ’ όλους τους χρόνους.

Η εκπομπή στην τηλεόραση τελείωσε με την εικόνα ακριβώς αυτή. Εορτασμός των ημερών της Εβδομάδας της Μεγάλης τα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς. Ακολουθούσαν τα εγκώμια: Η ζωή εν τάφω κατετέθης Χριστέ και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσιν την σην. Κι ο Θωμάς, ξύπνιος πια, ρουφούσε αχόρταγα μία μία τις λέξεις κι άφηνε επί τέλους να κυλήσει βαθιά μέσα του η μελωδία: Η ζωή εν τάφω κατετέθης Χριστέ και θανάτω σου τον θάνατον ώλεσας και επήγασας τω κόσμω την ζωήν. Κι ο Θωμάς, ένας άλλος Θωμάς, κάτι άλλο προσπαθούσε πλέον να ακούσει. Κάτι άλλο πάσχιζε να πει...

(K. Mπούζας: ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑΤΑ, 2008)