Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

ΔΙΗΓΗΣΗ ΦΩΤΟΣ

Είμαι το φως. Τις ικανότητές μου κάποτε εκτίμησαν και αποστάσεις να μετρήσω μου ανέθεσαν του Σύμπαντος. 
Εύκολη αποστολή, στ’ αλήθεια, θα σκεφτείτε, αφού σαν την ταχύτητά μου άλλη δεν υπάρχει.

Ορίστε. Μονάχα οχτώ λεπτά και να, στην γη σας απ’ τον ήλιο βρέθηκα. Μα και στις άκρες του ηλιακού συστήματος δεν άργησα να φτάσω. Να, για παράδειγμα, δυόμιση ώρες μοναχά και ήμουν στον πλανήτη Ουρανό. Και ύστερα ο Ποσειδών. Μετά απ΄ αυτόν κι ο Πλούτων. Και έπειτα τα όρια δρασκέλισα…

Μαύρο, απέραντο βελούδο και ταξιδιώτης μοναχικός εγώ, ύστερα από πολύ καιρό, το ομολογώ, έφτασα σε αγαπημένους φίλους, τα αστέρια, που ίσαμε τώρα, από μακριά τους χαιρετούσα.

Και πρώτα πρώτα, στον εγγύτατο Κενταύρου. Και στον Βέγα, σε εικοσιέξη χρόνια. Στον Πολυδεύκη, σε τριανταέξη. Στον Αλτεμπαράν, σε εξηνταοκτώ. Στον Βασιλίσκο, σε ογδοντατέσσερα. Στον Μπετελγκέζ, σε πεντακόσια είκοσι. 
Στον Πολικό Αστέρα σ’ εφτακόσια.

Τίποτε πια δεν με κρατούσε και ξεχυνόμουνα στου Σύμπαντος τις τρομερές αβύσσους. Και έσφυζα από ορμή νεανική, που σε τίποτε δεν είχε μειωθεί.

Εκατοντάδες πέρναγαν τα χρόνια. Και χιλιάδες. Ποτέ μου δεν φαντάστηκα αυτές τις αποστάσεις. Και δεν θα το πιστέψετε, στου Γαλαξία για να φτάσω από την μια την άκρη ως την άλλη, χρόνια περάσαν εκατό χιλιάδες.

Και τώρα που κατάφερα το τέλος του ν’ αγγίξω, μπορούσα να κινήσω για πιο πέρα. Εδώ κοντά, μου είπανε, σ’ αυτή την γειτονιά, ο Γαλαξίας έχει οικογένεια, στενά δεμένη. Κι όνομα έχει εύκολο. Σμήνος, η τοπική ομάδα.

Πάει καιρός που η υποψία αυτή με τριγυρνούσε, μα τώρα είμαι βέβαιος. Η κλίμακα αλλάζει. Κι αυτό το έργο που τότε μου ανέθεσαν, μα το Θεό, αρχίζω ν΄ αμφιβάλλω, αν σ’ αίσιο πέρας πρόκειται να φέρω.

Το λέω αυτό, γιατί εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια βλέπω να περνάνε και συγγενή του αγαπητού μας Γαλαξία δεν έχω συναντήσει. Κι είμαι, τι ειρωνεία, μοναχά στην γειτονιά. Παρ’ όλα αυτά, τις μαύρες σκέψεις πνίγω και την άβυσσο ατενίζοντας, κάνω το μόνο που μπορώ. Και προχωρώ….

Δύο εκατομμύρια και διακόσιες χιλιάδες χρόνια, ως την Ανδρομέδα. Και για να την διασχίσω, άλλες χιλιάδες εκατόν πενήντα. Και ήταν μόνο ένας απ΄ τους συγγενείς. Θα πήγαινα σε όλους. Στο νέφος το μικρό του Μαγγελάνου και στο μεγάλο και στους άλλους…

Σαν τέλειωσα, μετά από καιρό, είχα αρχίσει να πτοούμαι, το ομολογώ. Δεν με ικανοποιούσε πια το γεγονός, ότι το σμήνος είχα εξαντλήσει. Πέντε εκατομμύρια χρόνια ξόδεψα γι’ αυτό.

Και είχα δίκιο. Μου είπανε πως τώρα που τελείωσα την γειτονιά ετούτη την μικρή, μια πιο μεγάλη έπρεπε κι αυτή να μετρηθεί. Την ονομάζουν υπερσμήνος τοπικό γαλαξιών. Θάρρος μου έδωσαν. Εν πάση περιπτώσει, είπαν, τοπικό.

Πάσα αλήθεια δεν συνάντησα σε τούτο το ταξίδι. Αστέρια. Νάνους λευκούς. Γίγαντες ερυθρούς. Υπερκαινοφανείς. Και νέφη πολύχρωμα κι εκρήξεις. Και μαύρες τρύπες που τους κόσμους καταπίνουν. Τι φρίκη, ακόμη και το φως. Και τρόμαξα. Πρώτη φορά στη ζωή μου είχα φοβηθεί. Μα όλα τα ξεπέρασα. Και στου υπερσμήνους μας, του τοπικού, τις εσχατιές σαν έφτασα πόσο καιρό, λογάριασα, χρειάστηκα για να το διανύσω. Τα χρόνια, εκατό εκατομμύρια.

Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα. Τώρα τ’ ομολογώ, γνωρίζω πως δεν έπρεπε ποτέ μου να δεχτώ να ξεκινήσω. Αυτή η αποστολή απαιτούσε μια ολόκληρη ζωή. Μα απ΄ την άλλη, μια πού χα φτάσει ως εδώ, δεν το βαστούσε η καρδιά μου να εγκαταλείψω. Ίσως και νάταν, ποιος το ξέρει, ο άθλος που μου ανήκε, ο προσωπικός.

Και τότε δυναμωμένος απ΄ την δεύτερη απόφαση, σαν έτοιμος από καιρό, τις γειτονιές ξεπέρασα και για τις μακρινές τις αποστάσεις κίνησα. Ήθελα να ανακαλύψω νέους κόσμους. Σαν εξερευνητής των σύγχρονων καιρών. Δεν μ’ ενδιέφεραν τα βάσανα κι οι κόποι…

Δεκαπέντε δισεκατομμύρια τα χρόνια, απ’ τη στιγμή που έχω ξεκινήσει και πάλι αμφιβάλλω, αν στου Σύμπαντος τα όρια κοντεύω. Μου είπαν, βλέπετε, πάνω από δισεκατομμύρια εκατό οι γαλαξίες του πως είναι. Κανείς δεν ξέρει ακριβώς. Κι όχι μονάχα αυτό. Κανείς δεν είναι σίγουρος αν άραγε, στ’ αλήθεια, όρια υπάρχουν. Κι ούτε κανείς μπορεί να είναι βέβαιος, πως το Σύμπαν τούτο είναι το μοναδικό.

Για την απεραντοσύνη του εύχομαι, ταξιδευτής εγώ, σε κόσμο μέγα και λαμπρό. Ευλογημένη η στιγμή που κίνησα. Και η πορεία. Κι ο θάνατός μου, αν υπάρχει, κι αυτός ευλογημένος. Ανάδυση, το δίχως άλλο, θάναι σ’ άλλον ουρανό.

Είμαι το φως. Στο απώτερό μου παρελθόν, του Σύμπαντος τις αποστάσεις μου αναθέσαν να μετρήσω. Όταν ξεκίνησα δεν ήμουν παρά ένας αφελής. Σαν πάλεψα να προχωρήσω, ο αγωνιστής. Κι όταν του ταξιδιού με συνεπήρε η μαγεία ο εξερευνητής. Τώρα πια είμαι ο ταπεινός προσκυνητής, απ’ τη στιγμή που μπόρεσα, την έννοια του άπειρου κι αιώνιου ν’ αγγίξω…

(Κώστας Μπούζας, 2008)