Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Η Στολισμένη Μέρα

Τον περιμένουν όλοι σαν τον καλύτερο μήνα του χρόνου. Γι’ αυτό τον είπαν και Καλομηνά και Πράσινο. Στην Μακεδονία, Κερασάρη απ’ τα φημισμένα κεράσια της εποχής και στην Ήπειρο Λούλουδο. Στην Κάλυμνο, Θερισμό και στην Κύπρο, Πεντεφά, λόγω της μεγάλης διάρκειας της ημέρας. Δεν είναι άλλος από τον Μάιο, που οφείλει το όνομά του στη θεά Μαία, μητέρα του Ερμή, σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία.

Από την αρχαία εποχή, ο μήνας αυτός εθεωρείτο σύμβολο της άνοιξης και της νεότητας και ήταν προστατευόμενος από τον Απόλλωνα, τον οποίο προσωποποιούσαν με έναν άντρα στο μεταίχμιο δύο ηλικιών, που φορούσε στο κεφάλι του κάνιστρο με λουλούδια.

Επίσης την εποχή αυτή, ανεβαίνει ο Ευάνθης Διόνυσος από τον Άδη, όπου τον έριξε σκοτωμένο ο Περσέας. Πατά τον θάνατο και η ανάστασή του την φύση ανασταίνει. Και οι συστάδες καρποφόρων δέντρων, βγάζουν τους πρώτους ανθούς και γίνονται οι πρώτες ορχήστρες της ζωής.

Στις 16 Μουνυχιώνος, που αντιστοιχεί στην πρώτη μέρα του Μάη, γιορτάζονταν στον Πειραιά τα Μουνύχια, προς τιμήν της Μουνυχίας Αρτέμιδος, με πομπές στον ιερό λόφο της Μουνυχίας, την σημερινή Καστέλλα, όπου πρόσφεραν γλυκίσματα στην θεά και τελούσαν νεανικούς αγώνες. Επίσης γιορτάζονταν τα Βαυρώνεια, προς τιμήν της Βαυρωνείας Αρτέμιδος. Οι Ρωμαίοι αργότερα, την ημέρα αυτή γιόρταζαν τα γενέθλια της θεάς Μαίας.

Και κατά τον Μεσαίωνα όμως, η συγκεκριμένη μέρα συνέχισε να θεωρείται σημαντική. Οι νέοι προσέφεραν τότε στην αγαπημένη τους πλεγμένο στεφάνι από κερασιά, το ξύλο της οποίας λεγόταν και μαγιόξυλο. Και στην Κωνσταντινούπολη όλος ο λαός μαζευόταν στο στάδιο και υποδεχόταν τον Αυτοκράτορα που έφτανε με ύμνους της Άνοιξης.

Η Πρωτομαγιά συνέχισε να είναι και στη νεώτερη εποχή η μέρα της φύσης, η γιορτινή. Και τα λουλούδια, άξιοι πρεσβευτές της, στεφάνια χιλιάδες φτιάχνουνε, τους μάηδες. Εφτά ειδών λουλούδια η παράδοση το θέλει τα μαγιοστέφανα να στολίζουν.

Τριαντάφυλλα, βιολέτες, γεράνια, γαρύφαλλα, μαργαρίτες, ανεμώνες και υάκινθοι. Ανάμεσά τους τοποθετημένα και αγκάθια και φύλλα μαύρης συκιάς για τους εχθρούς, στάχυα, κλωνιά ροδιάς και μυγδαλιάς για την ευφορία, μα και σκόρδα για την βασκανία.

Κι έπειτα τα αγόρια, τα μαγιόπουλα, προσφέρουν τα στεφάνια στις μαγιοπούλες, τα κορίτσια, σημάδι έρωτα αιώνιο. Και στις εξώπορτες αφού νυχτώσει τα κρεμάνε, για ευτυχία και χαρά, μέχρι που τελικά ξεκρεμιούνται παραμονή του Άη Γιάννη του Κλήδονα, για να καούνε στις φωτιές.

Μια τέτοια μέρα βέβαια, από κοντά και τα τραγούδια κι οι κιθάρες. Κι οι κάπως μεγαλύτεροι θυμούνται αυτά που άκουγαν απ’ τους παππούδες τους, για τις γιορταστικές παρέες που κατευθύνονταν, εν χορώ, στους ανθόκηπους, στα άλση και τους αγρούς για να «πιάσουν τον Μάη».

Ξακουστά έχουν μείνει τα μαγιάτικα πανηγύρια που στήνονταν στην Αθήνα, στους λόφους της Πλάκας, αλλά και στην πλατεία Αγάμων, στην Πατησίων, εκεί που τελείωνε τότε η πόλη.

Απ’ την γιορτή βέβαια δεν θα μπορούσε να λείψει και το Δημοτικό μας τραγούδι:
«τώρα Μαγιά, τώρα δροσιά, τώρα το καλοκαίρι
τώρα ‘μορφαίνουν τα κλαδιά, τώρα ‘μορφαίνει ο τόπος».
Κι επειδή, από παρήχηση, ο Μάης έφτασε να συνδέεται με τα μάγια:
«Πρωτομαγιά μου τά ‘ριξες τα μάγια και με μάγεψες».

Κι η ποίηση, παρούσα κι αυτή, τον έρωτα εξυμνεί:
«Δρέψατε πάλιν ερασταί ευδαίμονες ναρκίσσους
εις του Μαΐου τους χρυσούς κι ευώδεις παραδείσους».

Στις μέρες μας συνεχίζουμε να γιορτάζουμε την Πρωτομαγιά στην εξοχή. Έστω κι αν φτάνουμε μέχρι εκεί με τ’ αυτοκίνητο. Και μαγιοστέφανα να φτιάχνουμε. Έστω κι αν δεν τηρούμε το έθιμο που απαιτεί εφτά ειδών λουλούδια. Συνεχιστές γινόμαστε έτσι μιας μακραίωνης παράδοσης, που θέλει την μέρα αυτή γιορτή να ‘ναι της άνοιξης, του έρωτα, της φύσης, της ίδιας της ζωής.


(Κ. Μπούζας: Περιγράμματα,2008)

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Δρόμοι της φωτιάς (Ευθυμογράφημα με παροιμίες)

Τους ένωνε ένα φλογερό πάθος, απ’ την άλλη όμως ήταν ευέξαπτοι. Έτοιμοι να πάρουν φωτιά με το παραμικρό. 
Η σπίθα που άναψε την τελευταία πυρκαγιά ήταν μια φλογερή ύπαρξη ντυμένη στα κόκκινα, που κυριολεκτικά άναβε φωτιές.

Φωτιά στα κόκκινα, μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του, δυστυχώς όμως αρκετά δυνατά για να τ’ ακούσει το έτερόν του ήμισυ που άναψε και κόρωσε. Πυρ και μανία γύρισε κατά το μέρος του, μ’ ένα βλέμμα που πετούσε φλόγες. Μην παίζεις με την φωτιά, τον κατακεραύνωσε έτοιμη να εκραγεί. Η φωτιά με το μπαρούτι δεν ταιριάζουν, αστειεύτηκε αυτός κοιτάζοντας εναλλάξ αυτήν και την φλογερή ύπαρξη, σε μια προσπάθεια να ελαφρύνει την βαριά ατμόσφαιρα. Ρίχνεις λάδι στη φωτιά, τον προειδοποίησε κι ο τόνος της φωνής της έδειχνε ότι το ευφυολόγημά του δεν είχε φέρει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Η φλόγα συνεχίζει να καίει, σκέφτηκε αυτός, ικανοποιημένος απ’ το ενδιαφέρον της και βάλθηκε μ’ όλες του τις δυνάμεις να την ηρεμήσει. Μη φουντώνεις, την παρακάλεσε. Όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά, του γύρισε αυτή, ενώ ο τρόπος που, την ίδια στιγμή, κάρφωνε με το βλέμμα της την φλογερή ύπαρξη, σήμαινε «στην πυρά» ή κάτι παρόμοιο.

Βρήκε διέξοδο στη συζήτηση των άλλων πάνω στα επίκαιρα ζητήματα της οικονομίας. Φλέγον θέμα κι ο καθένας απ’ τους συνδαιτυμόνες κάτι είχε να πει. Φωτιά και λάβρα οι τιμές, πετάχτηκε ο πρώτος. Μας έκαψε, συμπλήρωσε ο δεύτερος. Ναι, αλλά παρέλαβε καμένη γη, αντέδρασε ένας τρίτος.

Την κατάλληλη στιγμή ο οικοδεσπότης ευγενικά τους διέκοψε. Κατάλαβε τότε ότι είχε φτάσει η ώρα για την ομιλία του. Ξεδιπλώνοντας τα χειρόγραφά του προχώρησε μπροστά. Το δίχως άλλο θα ήταν ένας πύρινος λόγος.

(Κ. Μπούζας: ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ, 2009)