Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Του Αιγαίου χρώματα

Ήρθε το καλοκαιράκι. Και βγήκε ο ήλιος, μ’ όλη του την ζέση, για να ξυπνήσει τις ανθρώπινες καρδιές. Κι αυτές άνοιξαν, σαν τους ώριμους καρπούς που σκάνε στα χωράφια.

Και φόρεσε η Μυρσίνη της χαράς τα χρώματα τα γιορτινά και χύθηκε ξυπόλητη στο ακρογιάλι, πάνω σε βότσαλα καυτά, στρογγυλεμένα απ’ την αλμύρα. Και τα μακριά μαλλιά της ανέμιζαν ανέμελα, καθώς τα χάιδευε το παιχνιδιάρικο το μελτεμάκι. Και κάθε τόσο τιναζόταν σύγκορμη και τέντωνε τα χέρια, σε ένα κάλεσμα αυθόρμητο, σχεδόν παιδιάστικο.


Κι άλλες κοπέλες έσκασαν μύτη τότε απ’ τις αυλές και σαν χείμαρρος ρίχτηκαν στο κατόπι της, με μια λαχτάρα προσδοκίας να πλημμυρίζει τον αέρα. Γιατί υπάρχει κάτι που βγαίνει, βαθιά, μέσα από τη γυναίκα και που κανείς, ποτέ του, δεν κατάφερε να το καταλάβει, όσο κι αν προσπάθησε. Και δεν είναι φωνή ή μουρμούρισμα έστω, μα μήτε και ανάσα. Είναι κάτι σαν αύρα. Σαν χορός ψυχής. Κάλεσμα είναι μυστικό, ερωτικό. Και μεταφέρθηκε το μήνυμα από το παιχνιδιάρικο το μελτεμάκι. Και πετάχτηκαν όρθια τα παλικάρια απ’ το καφενείο Το Γιούσουρι, στον μόλο. Και οι ψάθινες καρέκλες και τα ξύλινα τραπέζια απέμειναν εγκαταλειμμένα, μα όχι παραπονεμένα, να τους παρακολουθούν να ξεμακραίνουν στο βάθος. Ως εκεί κάτω στο ακρογιάλι, για το αντάμωμα. Κι ύστερα, όλοι μαζί, αγόρια και κορίτσια, να πιάνουν τον χορό και το τραγούδι, πιασμένοι χέρι χέρι...

Καμάρωνε τα νιάτα ο καπετάν Νικόλας, γερμένος σ’ ένα ξύλινο τραπέζι, ρουφώντας την ρακή του. Παλιός ναυτικός, τώρα είχε το καφενείο Το Γιούσουρι, στον μόλο. Όχι ότι είχε ανάγκη να δουλεύει ως αυτή την ηλικία. Απλά, δεν μπορούσε να αποχωριστεί, ούτε για μια στιγμή, την θάλασσα, την μεγάλη αγαπημένη του. Και εγώ, αντίκρυ του καθισμένος, ν’ ακούω ένα σωρό ιστορίες για τότε που ήταν ναυτικός. Για τα ταξίδια που’ χε κάνει και για τους τόπους που ‘χε δει. 

Η παρέα των παιδιών είχε χαθεί πια πίσω απ’ τους βράχους κι ο καπετάν Νικόλας απέμεινε να κοιτάζει πέρα μακριά, την γραμμή του ορίζοντα. Αφού ήπιε ακόμη μια γουλιά ρακή, συνέχισε την διήγησή του από εκεί που είχε σταματήσει, όταν τον διέκοψαν οι χαρούμενες φωνές.

Συνάντησα χώρες στα ταξίδια μου, μου είπε, απέραντες. Με τεράστιες, εύφορες πεδιάδες. Πλούσιες. Καμιά τους όμως δεν είχε ήλιο, που να λάμπει τόσο γλυκά. Τόσο γαλάζια θάλασσα και τόσο παιχνιδιάρα. Μα δεν την βλέπεις πόσα παιχνίδια με την ακτή σκαρώνει. Να, εκεί χαϊδεύει τρυφερά μια αμμουδερή παραλία. Πιο πέρα, ανήσυχη, σκάβει αλμυρά, άγρια βράχια. Άλλες φορές πάλι, σαν έχει τρικυμία, ατίθαση χορεύει. Κι όταν νυχτώνει και η φύση γαληνεύει, αυτή μονάχα, τότε τραγουδάει. Και το τραγούδι της, λένε, πως κρύβει μέσα του και όλα τα τραγούδια των ναυτικών που την αγάπησαν. Και λένε και κάτι άλλο. Πως τις ώρες αυτές, τις μυστικές, πλανεύτρα γόησσα αυτή, κι άλλα παιδιά, αμούστακα ακόμη, μ’ αυτό τον τρόπο παλεύει να κερδίσει. Να γίνουν κι αυτοί, με την σειρά τους, ναυτικοί. Για να την κατακτήσουν και να τους κατακτήσει...

Μ’ ευγένεια σταμάτησε, καθώς απ’ τις κινήσεις μου κατάλαβε, πως είχε φτάσει η ώρα που έπρεπε να φύγω. Σηκώθηκα απ’ την καρέκλα, μ’ αργές κινήσεις κι απρόθυμα, είναι αλήθεια. Η διήγηση αυτού του ανθρώπου με είχε συνεπάρει. Σαν να το κατάλαβε, αποχαιρετώντας με, μου έβαλε στο χέρι ένα μικρό βιβλίο. Εδώ μέσα έχει πολλή θάλασσα, θα δεις, φρόντισε να με καθησυχάσει. Είναι μαρτυρίες παλιών, ντόπιων ναυτικών. Μη έχοντας τίποτε άλλο για αντιχάρισμα, του έβαλα στο χέρι το κομπολόι μου από φίλντισι. Καθώς σφίξαμε τα χέρια, οι τελευταίες λέξεις ειπώθηκαν ταυτόχρονα κι απ’ τους δυο μας: καλό καλοκαίρι και καλή αντάμωση.

(Κ. Μπούζας: ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑΤΑ,2008)